Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Savatage - Streets: A Rock Opera







Savatage – Streets: A Rock Opera

Έτος – 1991

Είδος – Heavy Metal, Rock Opera


~



Στα στενά της Νέας Υόρκης. Σκουριασμένες σκαλωσιές, αποφάγια πολυεθνικών εστιατορίων, πελώριοι τοίχοι, κλειδαμπαρωμένα παράθυρα, σκιές που πνίγουν τις αχτίδες του ηλίου. Κάπου στις γωνιές ένας άνθρωπος γυρνάει. Μόνος με τις σκέψεις του, το βλέμμα χαμηλό, πρόσωπο κρυμμένο από τα γένια, μάτια που ψάχνουν την αλήθεια στα σκουπίδια.


Ο άνθρωπος θυμάται με πόνο τα παλιά. Κάποτε, σε δρόμους σαν αυτόν, ήταν διάσημος, δημοφιλής σε πλήθος κόσμου - είχε πελατεία. “D.T. Jesus” τον ονόμαζαν, όπου “d.t. = Down Town και DeTox”, και σαν άλλος Ιησούς έφερνε την σωτηρία στους αναζητητές της Κάτω Πόλης. Η σωτηρία είχε την μορφή μιας άσπρης σκόνης. Ένα ταξίδι σε έναν προσωρινό λευκό παράδεισο μιας χρήσεως, χωρίς επιστροφή.









Τα χρόνια πέρασαν. Ο D.T. άφησε πίσω, βαθιά μετανιωμένος, αυτόν τον τρόπο ζωής. Έπιασε μια κιθάρα, καταπιάστηκε με την μουσική, ανακάλυψε έναν κόσμο δημιουργίας, μια νέα ζωή ξετυλίχτηκε μπροστά του. Έγινε διάσημος και αγαπητός σαν μουσικός της ροκ.


Τα φαντάσματα όμως απ’ τα παλιά καραδοκούσαν ακόμα στις σκιές, έτοιμα να τον γραπώσουν με τα σουβλερά τους νύχια. Ο D.T. ξέπεσε πάλι στον κόσμο των ναρκωτικών, από την αντίστροφη – τώρα πια ήταν ο ίδιος χρήστης. Μια μέρα καταφτάνει στο καμαρίνι του D.T. ένας παλιός του γνώριμος, μια βίαιη εισβολή στο παρόν μιας περιόδου που θα επιθυμούσε να ξεχάσει. Το όνομα του ήταν Sammy. «Χρωστάς», του κάνει απειλητικά. Ένας φίλος του D.T. και μάνατζερ, ονόματι Tex, ο άνθρωπος που τον βοηθούσε να ξεφύγει από τον βούρκο, προσπάθησε να τον υπερασπιστεί. Ξέσπασε ένας φοβερός καυγάς και ο Tex έπεσε νεκρός από τα χέρια του Sammy, o οποίος έφυγε γοργά, μια σιλουέτα μες στη νύχτα. Ο D.T. απέμενε μονάχος, κοιτάζοντας το πτώμα του φίλου του, συγκλονισμένος, τρομοκρατημένος.




Photo by Mauricio Murillo



Η συνέχεια του έργου ανήκει στον Δρόμο – εκείνος είναι πια ο πρωταγωνιστής. Στα πολυδαίδαλα σταυροδρόμια της μεγάλης πόλης, δεν είσαι παρά μια μικροσκοπική, ασήμαντη φιγούρα. Κανείς δεν έδινε πια δεκάρα για τον D.T., κανείς δεν ασπαζότανε τον πόνο του. Γυροφέρνοντας σαν κατάρα, αναζητώντας κάποιον φίλο, μη βρίσκοντας κανέναν, ακούγοντας τα σκυλιά στις μάντρες να γαυγίζουν, νιώθοντας τα παγερά βλέμματα των περαστικών, βλέποντας τη ζωή του όλη να κυλάει μπροστά στα μάτια του. «Αυτό ήθελα λοιπόν?». «Γι’ αυτό έζησα ως τώρα?»


Time, time, time again
I'm just looking for a friend
No one seems to be around
Just this monkey that I've found
Still he is my only friend

And tonight he grins again









Λίγο πριν το τέλος… Καταμεσής Συμπληγάδων από συναισθήματα, έχοντας φτάσει σχεδόν στο πέρας της διαδρομής του… Συναντάει έναν μυστήριο γεράκο. Ο γέρος δεν στρέφει το βλέμμα, μα τον κοιτάζει με χαμόγελο. Του μιλάει. Η καλοσύνη του ηλικιωμένου συγκλονίζει τον D.T.. Χύνει φως στα βάθη της ψυχής του. Μέσα στο σκοτάδι, ένα κερί ανάβει.

O γεράκος δεν θα ζούσε για πολύ. Σύντομα θα άφηνε την τελευταία του πνοή, το χαμόγελο χαραγμένο στο στόμα του – ένα στόμα παιδικό. Και ενώ στο βάθος αντηχούσαν οι καμπάνες, ο D.T. για πρώτη φορά ακούει την καρδιά του να χτυπά με ελπίδα.


Μια νέα μέρα θα ξημέρωνε, και ο ήλιος θα άπλωνε το φως του στη Νέα Υόρκη.



***


photo source



Μονάχα έτσι μπορούσα να περιγράψω έναν δίσκο που ξεχειλίζει συναισθήματα. Αφηγούμενος επιγραμματικά την ιστορία του… Μια ιστορία, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται ένας νέος άνθρωπος, που σκόρπισε κάθε τι άξιο πάνω του, παρασυρόμενος από την λαίλαπα τον ναρκωτικών - όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Κι όμως, υπάρχει ελπίδα – ποτέ δεν είναι αργά. Όσο βαθιά και αν βρίσκεσαι μέσα στο πηγάδι, ο καταγάλανος ουρανός πάντα θα βρίσκεται απάνω σου, κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα, το ίδιο και το φως. Αυτό μας λένε οι Savatage.


To “Streets: A Rock Opera” ήταν στα σκαριά του Paul O’ Neill (συμπαραγωγού των Savatage και βασικού διαμορφωτή του ήχου τους) για πολλά χρόνια, πριν ακόμα ενώσει τις δυνάμεις του με τη μπάντα. Ήταν έργο προοριζόμενο για το Broadway. Ο κιθαρίστας των Savatage, Criss Oliva, είδε το έργο σε γραπτή μορφή, χωμένο σε κάποιο απ’ τα συρτάρια του Paul, του άρεσε, και πρότεινε να τροποποιηθεί και να μετατραπεί στο επόμενο άλμπουμ των Savatage.








O Jon Oliva, τραγουδιστής του συγκροτήματος και αδερφός του Criss, δέχτηκε. Ο ίδιος ο Jon, διαβάζοντας την ιστορία, βρήκε πολλά κοινά σημεία ταύτισης με τον “D.T”, τον χαρακτήρα του έργου… Όπως ο D.T., έτσι και ο Jon τον καιρό εκείνο βασανιζόταν από την χρήση ναρκωτικών, χρήση η οποία τον είχε φτάσει στα όρια του…

Το αποτέλεσμα ήταν να προσδώσει στα τραγούδια μια πραγματικά ανατριχιαστική ερμηνεία, ζώντας τον ρόλο στο πετσί του, αποδίδοντας ανάγλυφα κάθε πτυχή της ιστορίας, καθέναν από τους χαρακτήρες του έργου. Μετά το πέρας του δίσκου ο Jon θα εγκατέλειπε το φωνητικό κομμάτι των Savatage (για τα επόμενα δέκα χρόνια), έχοντας όμως σφραγίζει τις κορυφαίες ίσως ερμηνείες της καριέρας του…


Ο δίσκος συνεχίζει την παράδοση των μεγάλων rock-operas που είχε ξεκινήσει πίσω στην δεκαετία του 60 με το “Tommy” των Who. Μια ιστορία με πλήθος ρόλων, άφθονες εναλλαγές στην μουσική, ποικιλία φωνητικών στυλ, δυνατές metal στιγμές που τις διαδέχονται μελωδικές μπαλάντες, το άλμπουμ ξεχειλίζει ποικιλία.










Το “Streets” εξάλλου συνιστά ίσως τον μελωδικότερο δίσκο των Savatage – σχεδόν τα μισά τραγούδια του δίσκου είναι μπαλάντες και κατέχονται από έντονη θεατρικότητα. Πράγμα λογικό αν σκεφτούμε πως οι αρχικές συνθέσεις προορίζονταν για παρουσίαση στο Broadway. Δίσκοι όπως αυτός είναι ιδανικοί για όποιον θεωρεί πως η μέταλ μουσική είναι θόρυβος, μουσική που απευθύνεται μονάχα σε ανήσυχους έφηβους και άλλα σχετικά – ιδανικοί για να τους κάνουν να αλλάξουν άποψη. Ο λυρισμός και το συναισθηματικό βάθος που ξεχειλίζει μέσα από τραγούδια όπως τα “Tonight He Grins Again”, “If I Go Away”, “Can You Hear Me Now”, “New York City Don’t Mean Nothing”, “Somewhere In Time”, “Ghost In The Ruins”, έχει βρει ελάχιστους συνοδοιπόρους στην ιστορία της ροκ μουσικής στο σύνολο της.

Για να μην αναφέρω φυσικά το “Believe”, το κομμάτι που κλείνει τον δίσκο. Το τραγούδι-ισοδύναμο της σκάλας που ανοίγει προς τους ουρανούς. Ένα από τα συγκλονιστικότερα δείγματα μουσικής και ερμηνείας που έχουν γραφτεί ποτέ.

Εάν δεν αγαπήσετε τους Savatage με αυτό το τραγούδι, δεν θα το κάνετε ποτέ.

Να προσθέσω τέλος, ως πρόσθετη πληροφορία, πως η αρχική ονομασία του δίσκου επρόκειτο να είναι “Gutter Ballet”, μόνο που τελικά το ομότιτλο κομμάτι χρησιμοποιήθηκε ως κεντρική σύνθεση και τίτλος του προηγούμενου άλμπουμ των Savatage.

Τέλος, το “Streets” επρόκειτο να είναι η τελευταία δισκογραφική δουλειά των Savatage στην οποία τα αδέρφια Oliva θα μοιράζονταν από κοινού τα φωνητικά ο ένας και την κιθάρα ο άλλος…







Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Πρόκειται για υπέροχο άλμπουμ, απλά, καθώς και ένα από τα καλύτερα concept albums που έχουν γραφτεί ως τώρα, αφοπλιστικό μέσα στην απλότητα του.

Γιατί να μη τον ακούσετε: Γιατί θεωρείτε πως το “heavy metal” δεν είναι μουσική για τα αυτιά σας. Που να ξέρατε τι χάνετε…

Ο δίσκος σε μια πρόταση: Φάντασμα μέσα στα ερείπια της μεγάλης πόλης.


Top-Moments: Believe, If I Go Away, Tonight He Grins Again, Jesus Saves, Streets, New York City Don’t Mean Nothing, Ghost In The Ruins, Can You Hear Me Now



So after all these one night stands
You've ended up with heart in hand
A child alone
On your own
Retreating
Regretful for the things you're not
And all dreams you haven't got
Without a home
A heart of stone
Lies bleeding

And for all the roads you followed
And for all you did not find

And for all the things you had to leave behind......








Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Lou Reed - Berlin







Lou Reed – Berlin

Έτος – 1973

Είδος – Art Rock



O δίσκος ξεκινάει και μεμιάς κατακλυζόμαστε από τον ζωηρό ήχο του πλήθους. Κόσμος που πίνει, καπνίζει, συζητάει. Από κάπου στο βάθος αντηχεί κάποια τρομπέτα. Βρισκόμαστε σε ένα καφέ, στο Βερολίνο της δεκαετίας του 70. Μια πόλη διχασμένη σε ανατολή και δύση, μια πόλη που ανοικοδομούσε την ταυτότητα της.

Στο βάθος της καφετέριας ένας αμερικανός, ο Τζιμ. Θα μπορούσε να είναι ένας οποιοσδήποτε ξένος, ο οποίος άφησε την πατρίδα του και κατέφυγε στην Γερμανία από ανάγκη. Ο Τζιμ στέκει πάνω από το μισοάδειο (ή μισογεμάτο για τους αισιόδοξους) ποτήρι του και αναπολεί. Θυμάται την Caroline, την κοπέλα του. Η Caroline δεν είναι πια εδώ. Η όμορφη Caroline, η ταλαίπωρη Caroline, η βασανισμένη Caroline, έδωσε τέλος στη ζωή της. Ο Τζιμ την φέρνει στο νου και τα συναισθήματα του είναι ανάμεικτα. «Ίσως είναι καλύτερα που έγιναν έτσι τα πράγματα και δεν είναι πια μέρος της καθημερινότητας μου», σκέφτεται και τρομάζει με τον κυνισμό του.








Οι δυο τους ήταν ένα βαθύτατα προβληματικό ζευγάρι. Βίωσαν τη φτώχεια, τα ναρκωτικά, την περιφρόνηση των ανώτερων τάξεων. Έβρισκαν διέξοδο μέσα από τις καταχρήσεις και τα ξέφρενα σαδομαζοχιστικά παιχνίδια. Σε κάποια φάση η πολιτεία απέσπασε από την Caroline τα παιδιά της, για λόγους «κοινωνικής πρόνοιας». Δυστυχώς εκείνη δεν το άντεξε…

Αυτή είναι η ιστορία που περιγράφει το “Berlin”, ο τρίτος προσωπικός δίσκος του Lou Reed. Ανάμεσα σε άλλα παρελαύνουν αναφορές στις κοινωνικές ανισότητες, την κακοποίηση απέναντι στις γυναίκες και τη μοναξιά, ενώ με το τραγούδι “Lady Day” η φιγούρα της Billie Holliday δρα ως μια αλληγορία για την περιγραφή της ιστορίας. Πραγματικά πρόκειται για έναν βαθύτατα σκοτεινό δίσκο, ιδιαίτερα ενοχλητικό σε σημεία. Για παράδειγμα στο τραγούδι “The Kids”, όπου περιγράφεται η αρπαγή των παιδιών από την δύστυχη μητέρα, ακούγονται οι φωνές των παιδιών να λένε “Mommy, mommy!”, καταμεσής κλαμάτων.

Πραγματικά ένα άλμπουμ που είναι ικανό να σας φτιάξει τη διάθεση!








Ανέφερα το γενικότερο concept, ωστόσο δεν θα μιλούσαμε για τον συγκεκριμένο δίσκο αν επρόκειτο απλά για ένα σκοτεινό, καταθλιπτικό άλμπουμ. Εδώ κυρίες και κύριοι, πολύ απλά, έχουμε ίσως το κορυφαίο μουσικό επίτευγμα της καριέρας του Lou Reed. Μερικές φορές η ομορφιά συναντάται στα σκοτάδια, στις σκιές. Μία λάμψη στον πάτο ενός πηγαδιού πιθανό να φαντάζει πιο λαμπρή. Το “Berlin” είναι πανέμορφο μέσα στον ζόφο του, βαθύτατα λυρικό μέσα στην πικρή κοινωνική πραγματικότητα που περιγράφει. Θα μπορούσαμε να το παραλληλίσουμε με μια μουσική «Όπερα της Πεντάρας» για την δεκαετία του 70, ένα ορχηστρικό αριστούργημα κοινωνικού ρεαλισμού.

Η μουσική ξεχειλίζει ηχοχρώματα και άφθονα επίπεδα. Σε σημεία ταξιδιάρικη, με πλούσιες μελωδίες από πνευστά, πιάνο και ορχήστρα, σε άλλα πάλι σε ανεβαστικούς ροκ ρυθμούς, ενώ υπάρχουν και στιγμές που ο τόνος πέφτει και ο ήχος ξεγυμνώνεται μέσα στην απλότητα του. Καθοριστικό ρόλο στο μοναδικό πραγματικά ηχητικό αποτέλεσμα του δίσκου παίζει ο παραγωγός Bob Ezrin – και για όσους δεν ξέρουν, πρόκειται για τον ίδιο παραγωγό που λίγα χρόνια μετά θα μας παρέδιδε το “The Wall” των Pink Floyd… ένα ακόμα άλμπουμ που ξεχειλίζει υπαρξιακή αγωνία, βαθιά συναισθήματα και συγκρούσεις του ατόμου με έναν αφιλόξενο κοινωνικό περίγυρο.








Το “Berlin” εξάλλου φανερώνει για άλλη μια φορά, πόσο αντισυμβατική φιγούρα υπήρξε ο Lou Reed, πόσο αδιαφορούσε για την βιομηχανία του θεάματος. Ένα μόλις χρόνο πριν είχε σημειώσει καταιγιστική επιτυχία με το “Transformer” και το πιασάρικο glam rock του… Θα μπορούσε αν ήθελε να ακολουθήσει τον ίδιο, ασφαλή δρόμο, κυκλοφορώντας ένα αντίστοιχο άλμπουμ. Δεν το έκανε. Επέλεξε αντί αυτού τον δρόμο της προσωπικής μουσικής του έκφρασης. Το αποτέλεσμα δεν τον δικαίωσε εμπορικά (το περιοδικό Roling Stone χαρακτήρισε τον δίσκο ως «καταστροφή»).

Σε μουσικό και καλλιτεχνικό επίπεδο όμως, η δικαίωση θα ερχόταν. Πολλής κόσμος πλέον θεωρεί το “Berlin” ως τον κορυφαίο δίσκο του, ένα ζοφερό και λυρικό συνάμα αριστούργημα, η αφήγηση σε στίχους και νότες μιας ταινίας που θα μπορούσε να είχε γυριστεί για τον κινηματογράφο. Η επιρροή του άλμπουμ, ιδιαίτερα σε μεταγενέστερα συγκροτήματα της περισσότερο σκοτεινής πλευράς της ροκ, είναι αναμφισβήτητη.

Για έναν παράδοξο λόγο, το τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ, αν και ονομάζεται “Sad Song” είναι ίσως το πιο αισιόδοξο όλων. Ο Τζιμ αράζει στο καφέ, πίνει το ποτό του, αναπολεί τα περασμένα και συνειδητοποιεί πως ίσως τελικά να υπάρχει κάποιο φως στο τούνελ. Και σα να ανοίγουν οι ουρανοί οι ίδιοι την στιγμή εκείνη, αποκαλύπτοντας του πως έχει δίκιο.








Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Διότι πρόκειται ένα μοναδικό καλλιτεχνικό επίτευγμα.

Γιατί να μη τον ακούσετε: Η αλήθεια είναι πως είναι αρκετά ζοφερός σαν περιεχόμενο! Ωστόσο αυτό ισχύει για ορισμένα μόνο απ’ τα τραγούδια – κάποια άλλα θα τα χαρακτήριζα ιδιαίτερα ανεβαστικά, μένοντας τουλάχιστον στο μουσικό κομμάτι!

Ο δίσκος σε μια πρόταση: Η θλιβερή, μα ξεχειλίζουσα λυρισμό, ιστορία ενός περιθωριοποιημένου ζευγαριού.


Top-Moments: Men of Good Fortune, Lady Day, Berlin, Oh Jim, How Do You Think It Feels, Sad Song



Κι άλλες παρουσιάσεις δίσκων του Lou Reed: Transformer, White Light / White Heat.









~

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Lou Reed - Transformer







Lou Reed – Transformer

Έτος – 1972

Είδος – Glam Rock, Art Rock
  

You hit me with a flower

You do it every hour

Ohh, baby you're so vicious


Νύχτα στη Νέα Υόρκη. Κακόφημα υγρά στενά, λουσμένα σε απαγορευμένες επιθυμίες, ποτισμένα στη λάμψη πολύχρωμων καμπαρέ. Εκεί γυροφέρνουν σαν ένοχες σκιές περαστικοί, στην αναζήτηση ξοδεμένων απολαύσεων. Το θερμό φως από τους οίκους ανοχής και τις φωτεινές επιγραφές μπλέκει με το γκρίζο των κτιρίων. Από κάπου πέρα, ένας σαξοφωνίστας υφαίνει νότες ποτισμένες στο αλκοόλ. Δυο τραβεστί φωσφορίζουν στο σκοτάδι, σε κοιτάζουν προκλητικά, χαμογελάνε χυδαία, απροκάλυπτα.

Τι λες λοιπόν. Είσαι διατεθειμένος να κάνεις μια βόλτα στην άγρια πλευρά της πόλης? Ή θα στρέψεις το βλέμμα πέρα με αηδία? Θα αφήσεις τα κακόφημα μέρα και θα γυρίσεις σπίτι σου, στο μικρό σου διαμέρισμα, το καταφύγιο σου, καταμεσής κτιρίων που κρύβουν το φεγγάρι. Εκεί θα ανάψεις με ανακούφιση το φως, θα αφήσεις την καμπαρντίνα σου, θα πιάσεις ένα ποτήρι και θα το γεμίσεις με ποτό. Στο πικάπ δίπλα ένας δίσκος αφήνει ταξιδιάρικους ήχους. Η διάθεση σου μεμιάς θα ελαφρύνει. Η σκέψη σου θα κατακλυστεί από μια παλιά αγάπη. Μια τέλεια μέρα που κάποτε μπόρεσες να ζήσεις.

Κάπως έτσι η νύχτα θα κυλήσει. Κι ενώ η πόλη πάλλεται, τρελαίνεται, χορεύει, εσύ αναπολείς.








Το «Transformer» υπήρξε ένας πραγματικά μοναδικός δίσκος για την δισκογραφία του Lou Reed. Βρισκόμαστε στο έτος 1972 και στην καρδιά του πολύχρωμου, λαμπρού και ατίθασου κινήματος της Glam Rock. Φανταχτερά ρούχα, έξαλλες πόζες, προβολείς και φώτα, σταριλίκι, θεατρινισμός, βαμμένα πρόσωπα αμφίβολης σεξουαλικής ταυτότητας, προκλητικοί στίχοι, κιθάρες που μπλέκουν με σαξόφωνα, ροκ μουσική που θυμίζει καμπαρέ, καμπ αισθητική…  Ένα είδος που απογειώθηκε τα χρόνια εκείνα και αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τον νεαρόκοσμο της Βρετανίας, ο οποίος αναζητούσε κάτι περισσότερο έξαλλο και προκλητικό συγκριτικά με το hard rock/progressive/blues rock των καιρών.

Τι σχέση μπορεί να έχει όμως το λαοφιλές Glam και η αισθητική του με τον άνθρωπο που, μόλις λίγα χρόνια πριν, είχε παραδώσει με τους Velvet Underground ορισμένα από τα πιο αντισυμβατικά δείγματα μουσικής που είχαν γραφτεί ως τότε? Μουσική απογυμνωμένη από κάθε στοιχείο έξαρσης και πομπώδους αντίληψης, σαν εκείνη που χαρακτηρίζει το Glam Rock.

Λοιπόν παιδιά, ο κοινός συνδετικός κρίκος ονομαζόταν David Bowie. Ο Bowie είχε ήδη γνωρίσει την μουσική του Lou Reed από τις μέρες των Velvet Underground – ένας από τους λίγους που γνώρισαν την μουσική του τότε, καθώς για την πλειοψηφία του κόσμου οι Velvet Underground παρέμεναν άγνωστοι ως όνομα. Εν έτει 1972, ο Bowie βρισκόταν στο απόγειο της Glam περιόδου του, έχοντας λίγο καιρό πριν κυκλοφορήσει το θρυλικό «Ziggy Stardust» άλμπουμ του. Ερχόμενος λοιπόν σε επαφή με τον Reed, ανέλαβε ο ίδιος την παραγωγή του δίσκου του. 

Το αποτέλεσμα ήταν ο πιο πετυχημένος εμπορικά δίσκος του Reed, και εκείνος που τον καταξίωσε στις συνειδήσεις του κόσμου. Ήταν επίσης ένα άλμπουμ που απέπνεε αέρα Βρετανίας των καιρών - σε αντίθεση με τις νεοϋορκέζικες στιγμές του παρελθόντος.







Δεν είναι λίγες οι στιγμές που αισθάνεσαι πως ακούς, όχι κάποιον δίσκο του Lou Reed, μα του David Bowie. Το ξέφρενο σε σημεία πιάνο, ο χαρακτηριστικός ήχος του σαξοφώνου, οι ρυθμικές κιθάρες, τα μελωδικά ρεφραίν, οι εσωστρεφείς μπαλάντες, στοιχεία-σήματα κατατεθέν του Glam Rock, όλα δίνουν δυναμικό παρόν εδώ. To εξώφυλλο από μόνο του, με την ανδρόγυνη, βαμμένη εικόνα του Lou Reed, είναι ενδεικτικό. Όχι, αυτός δεν ήταν ο ίδιος Lou Reed που λίγα χρόνια πριν άνοιγε τις πόρτες του χάους, ξεχύνοντας ακατανόητους για τα δεδομένα των καιρών θορύβους, στο άλμπουμ «White Light/White Heat», παρέα με τους Velvet Underground…

Και αν το Glam Rock έθεσε στο επίκεντρο της εικόνας του την ανδρόγυνη φιγούρα και την ξέφρενη νυχτερινή ζωή, ο Lou Reed δεν περίμενε τα 70s για να μιλήσει για θέματα όπως η ζωή της πόλης, οι πόρνες, το σεξ, οι τραβεστί, τα ναρκωτικά, και όλα αυτά. Υπήρξαν σήμα κατατεθέν των στίχων του ήδη από το ξεκίνημα – ίσως να ήταν και ένας από τους λόγους για τον οποίο τον ξεχώρισε ο Bowie.

Η διαφορά είναι πως εδώ ο Reed μίλησε γι’ αυτά τα θέματα με έναν τρόπο πολύ περισσότερο εύληπτο και αποδεκτό από το μέσο αυτί, απαλλαγμένος από τις αντισυμβατικές διαθέσεις του παρελθόντος, επιθυμώντας πάνω απ’ όλα να μοιραστεί πραγματικά όμορφα τραγούδια. Το “Walk on the Wild Side” σημείωσε σαρωτική επιτυχία και παρέμεινε ως τέλους το δημοφιλέστερο τραγούδι του. Κι όμως, το κομμάτι αυτό που παιζόταν ασταμάτητα τα χρόνια εκείνα στο ραδιόφωνο, στιχουργικά αναφερόταν στον δρόμο που περιγράψαμε στην αρχή του κειμένου, με τις πόρνες και τους οίκους ανοχής. Το ταξιδιάρικο “Satellite of Love”, ένα κομμάτι του οποίου ο ρυθμός παραπέμπει στο doo-wop των 50s,  είναι μία ακόμα μεγάλη επιτυχία του δίσκου, και εδώ ο Reed μοιράζεται το μικρόφωνο με τον ίδιο τον Bowie.








Στο εναρκτήριο “Vicious” o Lou Reed άντλησε έμπνευση από τον πρώην μέντορα του, Andy Warhol – ήταν ο Warhol εκείνος που του είχε προτείνει να γράψει ένα τραγούδι που θα αναφέρεται σε «μοχθηρά χτυπήματα με ένα λουλούδι». Το αποτέλεσμα ήταν ένα από τα πιο straight rock κομμάτια του δίσκου, παρέα με το ξεσηκωτικό “Hangin’ Round”. Σε άλλα πάλι σημεία οι ρυθμοί γίνονται πιο χαλαροί, τα πνευστά αποκτούν τον πρώτο ρόλο, και το αποτέλεσμα είναι πανέμορφα τραγούδια σε jazz αποχρώσεις, όπως το τελευταίο “Goodnight Ladies”, ένα κομμάτι που δεν θα φάνταζε καθόλου παράταιρο σε κάποιον δίσκο του Miles Davis.

Aξίζει να σημειώσουμε πως αρκετά από τα κομμάτια του δίσκου είχαν γραφτεί (σε ελαφρώς παραλλαγμένες μορφές) ήδη από τα χρόνια των Velvet Underground.









Για το τέλος, άφησα το “Perfect Day”. Ό,τι και να να πω για την μοναδική αυτή μπαλάντα είναι λίγο. Μία από τις ομορφότερες στιγμές που μας χάρισε ο Lou Reed, ένα από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. Σύμφωνα βέβαια με μια θεωρία, ο Reed εδώ δεν αναφερόταν σε κάποια γυναίκα, αλλά στην ηρωίνη. Γι’ αυτόν τον λόγο το κομμάτι χρησιμοποιήθηκε χρόνια μετά στο soundtrack της πασίγνωστης ταινίας “Trainspotting”, με θέμα της τα ναρκωτικά.

Πιθανό όμως να αναφερόταν και στην μνηστή του, τον καιρό εκείνο, τη μέλλουσα γυναίκα του και στην δύναμη του έρωτα να μας κάνει να αισθανόμαστε ελεύθεροι…

You made me forget myself

I thought I was someone else,

Someone good


Εν τέλει, το “Transformer” συνιστά ένα απαραίτητο άλμπουμ για κάθε φίλο της μουσικής, και το πρώτο που θα πρότεινα από την δισκογραφία, είτε του Reed, είτε των Velvet Underground.








Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Γιατί περιλαμβάνει ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Lou Reed.

Γιατί να μη τον ακούσετε: Δεν ξέρω… Θεωρώ πως ο δίσκος έχει στοιχεία που μπορεί να αρέσουν σε όλους, πέρα και έξω από γούστα. Μόνο κριτήριο είναι να αγαπάτε την καλή μουσική.

Ο δίσκος σε μια πρόταση: Take a walk on the wild side…

Top-Moments: Perfect Day, Hangin’ Round, Walk on the Wild Side, Satellite of Love, New York Telephone Conversation, Goodnight Ladies







David Bowie - Iggy Pop - Lou Reed

~

The Velvet Underground - White Light / White Heat







The Velvet Underground – White Light/White Heat

Έτος – 1968

ΕίδοςExperimental Rock, Avant-Garde Rock, Noise Rock, Protopunk


Εν έτει 1968, κανείς δεν ήταν έτοιμος για τον συγκεκριμένο δίσκο. Αυτό δεν είναι μουσική όπως την ήξερε ο κόσμος. Πρόκειται αντίθετα για επίθεση, για έφοδο, για ένα προκλητικό άνοιγμα της απαγορευμένης μαύρης τρύπας που οδηγεί στο Χάος. Τα πόδια μιας πόρνης τραβεστί που χάσκουν διάπλατα. Το ξοδεμένο σπέρμα κάποιου συγχυσμένου ναύτη. Το τρυπημένο κεφάλι ενός παρανοϊκού εραστή. Μια αποτυχημένη εγχείρηση για την οποία δεν δίνει κανείς δεκάρα.


Καταμεσής μιας εποχής που διατυμπάνιζε τις αρετές της αγάπης προς αλλήλους και την δύναμη της μουσικής να ενώνει τον κόσμο, ο συγκεκριμένος δίσκος ερχόταν σαν ένα φτύσιμο στα μούτρα. «Αυτή είναι η πραγματικότητα!», διατυμπάνιζε με θόρυβο, παραληρώντας, αφρίζοντας, ξερνώντας ιστορίες του περιθωρίου. Ποιος είχε λοιπόν αυτιά να τον ακούσει? Ποιος είχε τη δύναμη να τον αντέξει?







Ελάχιστοι. Ήδη το περιβόητο ντεμπούτο των Velvet Underground με την μπανάνα είχε πατώσει στις πωλήσεις. Ο Andy Warhol τους είχε εγκαταλείψει, το ίδιο και η Nico – ο Lou Reed και η παρέα τους είχαν απομείνει μονάχοι, σε μια πόλη αφιλόξενη. Εκεί, στα σκοτεινά στενά της Νέας Υόρκης, το κλίμα διέφερε από εκείνο του Σαν Φρανσίσκο, όπως η μέρα με τη νύχτα. Δεν υπήρχε «κάντε έρωτα, όχι πόλεμο», δεν άνθιζαν λουλούδια στα μαλλιά. Τα ναρκωτικά δεν ήταν η πύλη για κάποια άλλη διάσταση, μα η φρικτή έξοδος προς έναν κόσμο άδειο και λευκό. Το σεξ δε συνιστούσε σημαία της νεοαποκτηθείσας ελευθερίας, μα συχνά την κάθοδο προς μια νέα μορφή σκλαβιάς. Ξεχάστε τις όμορφες χίπισσες με τα μακριά μαλλιά και τα πλουμιστά στολίδια. Εδώ θα βρείτε εραστές που τρελαίνονται, επιδειξιομανείς και τραβεστί.


Το άλμπουμ περιλαμβάνει 6 τραγούδια. Το ομότιτλο κομμάτι, παρέα με το «Here She Comes Now», αποτελούν τις πιο συμβατικές στιγμές του δίσκου, εκείνες που θυμίζουν περισσότερο ίσως το ντεμπούτο των Velvet Underground – αν και ακόμα και εδώ διαισθάνεσαι πως «κάτι έχει αλλάξει», και αυτό σε ανησυχεί.







Ήδη από το δεύτερο κομμάτι του άλμπουμ, επονομαζόμενο «The Gift», συνειδητοποιείς πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν συμβατικό ροκ δίσκο. Ουσιαστικά πρόκειται περί αφήγησης μιας ιστορίας από τον John Cale (που έπαιζε βιολί, όργανο και μπάσο στον δίσκο), χωρίς μελωδία και με έναν ξερό ρυθμό να συνοδεύει τα λόγια. Η ιστορία αναφέρεται σε ένα νεαρό ζευγάρι, τον Waldo και τη Μάρθα. Ο Waldo είχε μόλις τελειώσει τις σπουδές του και, όντας αναγκασμένος να επιστρέψει στην πόλη που έδραζε το πατρικό του, βιώνε πλέον το άγχος μιας σχέσης εξ’ αποστάσεως. «Θα είναι πιστή σε μένα τώρα που ζούμε σε άλλη πόλη?», τέτοια σκεπτόταν ο Waldo συνεχώς και είχε αρχίσει να τρελαίνεται.

Ώσπου μια ωραία πρωία του ήρθε μια συναρπαστική ιδέα. Θα έκλεινε τον εαυτό του σε ένα ωραίο, μεγάλο πακέτο, με την ετικέτα «εύθραστο» απ’ έξω, και θα το ταχυδρομούσε κατευθείαν στο σπίτι της Μάρθας! Και έτσι η Μάρθα θα το λάμβανε, θα το άνοιγε και – ω, τι ευχάριστη έκπληξη – θα πεταγόταν ο Waldo από μέσα όλος χαρά, σμίγοντας με την αγαπημένη του.


Έτσι και έκανε λοιπόν. Η λεπτομερής αφήγηση μεταφέρεται στο σπίτι της Μάρθας, ένα ωραίο μεσημέρι, τη στιγμή που παρελάμβανε το πακέτο. Ήταν μαζί με μια φιλενάδα της και τα λέγανε. Η Μάρθα κοιτούσε απορημένη το πακέτο, μη μπορώντας να καταλάβει τι μπορεί να περιέχει, ή ποιος το είχε στείλει – ενώ από το εσωτερικό του ο Waldo άκουγε τη λεπτή φωνή της και περιμένε με λαχτάρα, για τη στιγμή που το πακέτο θα άνοιγε και θα έκανε την θριαμβευτική του εμφάνιση…







Έλα όμως που δεν μπορούσαν η Μάρθα με τη φίλη της να ανοίξουν το πακέτο! Δοκίμασαν με τον κλασικό τρόπο, δε μπόρεσαν. «Γιατί δεν δοκιμάζεις να το σκίσεις από μέσα με αυτή τη σιδερένια λεπίδα?», κάνει τότε η φίλη της Μάρθας.

Πήραν λοιπόν τη λεπίδα, μεγάλη σα σπαθί, και πριν καλά καλά καταλάβει ο Waldo τι είχε γίνει, την πέρασαν καταμεσής του πακέτου, σκίζοντας το περίβλημα του, και, μαζί με αυτό, το κεφάλι του Waldo στα δύο.


Αυτό ήταν το «The Gift», που λέτε! Μια μακάβρια ιστορία στην οποία ωστόσο ξεχωρίζει μια κυνική αίσθηση μαύρου χιούμορ… Κάτι που θα γινόταν χαρακτηριστικό όλων των στίχων του Lou Reed στον δίσκο. Το «Lady Godivas Operation» για παράδειγμα, περιλαμβάνει την ιστορική μορφή της Lady Godiva, μιας Βρετανίδας ευγενούς του 11ου αιώνα, η οποία έγινε γνωστή γυρνώντας ολόγυμνη με το άλογο της στους δρόμους της πόλης, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να απολογηθεί για τον βαρύ φόρο που είχε επιβάλει ο άντρας της στους χωρικούς. Σύμφωνα με τους αστικούς μύθους, ένας περαστικός με το όνομα Tom, την παρακολούθησε στα κρυφά, ενώ εκείνη γυρόφερνε γυμνή, και στην πορεία έχασε την όραση του – από εκεί βγήκε το όνομα «Peeping Tom», κοινώς, ο Ηδονοβλεψίας.



Lady Godiva, πίνακας του 19ου αιώνα του John Collier



Αυτή λοιπόν είναι η lady Godiva της ιστορίας… Από την άλλη, η lady Godiva του Lou Reed συνιστά ένα… ον αμφιβόλου φύλου (πιθανώς μια τραβεστί), η οποία κάνει μια εγχείρηση που δυστυχώς δεν είχε αίσιο τέλος.

Και αν όλα αυτά δεν σας έφταναν, το στιχουργικό κερασάκι στην τούρτα είναι η ιστορία που περιγράφεται στο «Sister Ray», το τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ. Αναφέρεται μια μάζωξη ναυτών σε ένα σκοτεινό σημείο της πόλης, η συνάντηση τους με ορισμένες τραβεστί, και το αχαλίνωτο όργιο που ακολούθησε μετά, μέχρις ότου καταφτάσει η αστυνομία. Σε κάποια φάση ένας από τους ναύτες σκοτώνεται, αλλά κανείς δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Πολλές φορές κατά την διάρκεια του κομματιού ο Lou Reed επαναλαμβάνει τον στίχο «Shes busy sucking on his ding-dong»…

Πόσο θα τρόμαζαν οι χίπηδες με το περιεχόμενο αυτού του άλμπουμ!








Ως τώρα αναφέρθηκα εκτενώς στο στιχουργικό κομμάτι, θέλοντας να τονίσω το στοιχείο της ολικής, αστικής αποσύνθεσης και παρακμής (αλλά με μια δόση τρελού χιούμορ) που χαρακτηρίζει τον δίσκο… Που να ακούσετε και την μουσική!

Το «White Light/White Heat» συνιστά το πιο αντισυμβατικό άλμπουμ των Velvet Underground, το πιο δύσκολο στο άκουσμα. «Θέλαμε να φτιάξουμε έναν δίσκο αντίθετο σε κάθε αντίληψη περί ομορφιάς», είχε πει ο John Cale. Πρόκειται για επιτηδευμένη βρωμιά, ένα φτύσιμο στο μουσικό status quo της εποχής. Οι κιθάρες των Lou Reed και Sterling Morrison ξερνάνε ήχους σαν χαλασμένη αποχέτευση, το παραμορφωμένο όργανο του John Cale τρυπάει τα αυτιά σαν θόρυβος από εργοστάσιο. Ο ήχος είναι μονολιθικός, σχεδόν πρωτόγονος. Ένα ταξίδι στις σκοτεινές, ωμές ρίζες της μουσικής, ένα βουντού θορύβου. Σε σημεία η παραμόρφωση ξεπερνάει τα ανεκτά όρια της εποχής, γίνεται ξεδιάντροπη, χαώδης.

Η μουσική αυτού του δίσκου τον καιρό εκείνον θα μπορούσε να τρομάξει πολύ κόσμο, πραγματικά θα μπορούσε. Ασφαλώς, όντας εντελώς αντιεμπορικό, προκλητικό και αντισυμβατικό, το άλμπουμ πάτωσε σε επίπεδο πωλήσεων. Πήγε χειρότερα και από το ντεμπούτο.




velvet underground




Για δες όμως, πως έγινε και οι Velvet Underground, με το πέρασμα των χρόνων, στάθηκαν τόσο επιδραστικοί και καθιερώθηκαν ως ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα της εποχής τους! Το «Sister Ray» θεωρείται πλέον ως ένα από τα τραγούδια-ορόσημα της εποχής, ενώ μεταγενέστερα μουσικά είδη όπως το Punk, το Noise Rock, αλλά και αρκετές εκφάνσεις της εναλλακτικής Art Rock μουσικής, χρωστούν σχεδόν την ίδια τους την ύπαρξη στο συγκεκριμένο άλμπουμ. Ρωτήστε συγκροτήματα όπως οι Sonic Youth, οι Jesus and Mary Chain, οι My Bloody Valentine


Εν τέλει ο δίσκος συνιστά σχεδόν μια καθαρτική εμπειρία μέσα από ένα ανελέητο κύλισμα στη λάσπη και τον θόρυβο. Ένα άνοιγμα μυαλού (και το τελευταίο ερμηνεύστε το με όποιον τρόπο θέλετε!). «And then my mind split open», όπως γράφει και ο Lou Reed








Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Γιατί θέλετε να πάρετε μια ιδέα ενός από τα πιο ακραία μουσικά πειράματα των καιρών του.

Γιατί να μη τον ακούσετε: Εδώ δεν έχουμε ανάλαφρη μουσικούλα, ούτε χαρούμενους ρυθμούς, ούτε μελωδίες, ούτε αγάπες, ταξίδια κι έρωτες.

Ο δίσκος σε μια πρόταση: Παρακμή και χάος


Top-Moments: Sister Ray, I Heard Her Call My Name, The Gift





velvet underground


Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Roxy Music - Avalon







Roxy Music - Avalon

Έτος - 1982

Είδος - "Dream", "Adult" Rock/Pop



Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο πληγωμένος βασιλιάς Αρθούρος, στο πέρας της μεγάλης μάχης του απέναντι στον μισητό Μόρντρεντ, επιβιβάστηκε σε μια βάρκα και άφησε να την πάρουν τα νερά. Ήταν ετοιμοθάνατος. Η βάρκα αρμένισε σε σκοτεινές και ομιχλώδεις θάλασσες, για άγνωστο χρονικό διάστημα, πιθανό για μέρες. Ποιός ξέρει. Ίσως τα πάντα να είχαν πια τελειώσει και η θάλασσα να αποτελούσε την γέφυρα για έναν άλλο κόσμο. ΄Ίσως να ήταν όλα κάποιο θαμπό, νεφελώδες όνειρο.


Ξάφνου, το πέπλο των συννέφων υποχώρησε και άφησε να φανεί το τοπίο πίσω από αυτό. Ξεπρόβαλε ένα νησί, τυλιγμένο σε μια ζεστή, φιλόξενη ομίχλη. Αντηχούσαν γύρω ήχοι από κρυστάλλινα, γάργαρα νερά. Μέσα τους έλαμπαν λίθοι σαν πολύτιμα πετράδια, με λάμψεις κόκκινες, κίτρινες και μπλε. Διάσπαρτοι καταρράκτες εδώ και κει φάνταζαν λες και ανέδυαν ατμούς, όχι νερό, ενώ στους άφθονους χειμάρρους ήταν σα να έρεε μέσα μέλι. Μυστήρια, παράξενα ζώα έβοσκαν εδώ και κει. Ο αέρας ξεχείλιζε με την γλυκιά μελωδία των πουλιών.








Ο Αρθούρος είχε φτάσει στο θρυλικό νησί του Άβαλον. Ένα μέρος στο οποίο οι μύθοι λένε πως οι άνθρωποι ζούνε εκατό τουλάχιστον χρόνια. Κανένας δε χρειάζεται να εργάζεται στη γη - τα δέντρα ξεχειλίζουν με φρούτα, ενώ το έδαφος δίνει έτοιμα φαγητά, δεν υπάρχει ανάγκη να καλλιεργηθεί. Στην δική μας εκδοχή του μύθου θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και δέντρα που να ξεπετάνε σουβλάκια και πιτόγυρα - έτοιμα, με το κρεμμυδάκι τους, το τζατζίκι και ό,τι τραβάει η όρεξη σας.


Αυτή είναι η Άβαλον! Το μέρος που λένε κατασκευάστηκε το θρυλικό σπαθί Excalibur! Εκεί διοικούσαν εννιά αδερφές, ανάμεσα στις οποίες και η μάγισσα Μοργκάνα Λε Φέυ. Επειδή βέβαια μιλάμε για έναν επίγειο παράδεισο, η όποια "διοίκηση" ήταν σοφή και φιλόξενη. Θεραπεύτηκε σταδιακά ο Αρθούρος λοιπόν, τρώγοντας τα άφθονα φρούτα του νησιού και κάνοντας μπανάκι στις θεραπευτικές θερμοπηγές του - πιθανό να τον βοήθησαν στην "θεραπεία" και οι εννιά αδερφές. Εδώ που τα λέμε, ποιόν δε θα βοηθούσαν εννιά αξιολάτρευτες αδερφές - νομίζω γίνομαι κατανοητός!










Πάμε στα μουσικά τώρα. Εν έτει 1982 κυκλοφόρησαν οι Roxy Music το κύκνειο άσμα τους, το άλμπουμ "Avalon"... Στο εξώφυλλο φιγουράρει μια παράξενη φιγούρα, φορώντας μια μεσαιωνική κερασφόρα περικεφαλαία, ντυμένη σε μανδύα, στο χέρι της οποίας δεσπόζει ένα εξωτικό πουλί. Η φιγούρα ατενίζει το μυστήριο, χαμένο στην ομίχλη, τοπίο. Μπορεί να μην φαίνεται, ωστόσο η φιγούρα δεν είναι άλλη από την μέλλουσα γυναίκα του Bryan Ferry. Οι Roxy Music το είχαν παράδοση να περιλαμβάνουν γυναίκες στα εξώφυλλα των δίσκων τους, και αυτό συνέβη άλλη μια φορά, αν και υποχθόνια!

Η περιγραφή που έκανα πάνω δεν είναι τυχαία. Η μυστήρια και ονειρική συνάμα ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει ένα νησί όπως το Άβαλον συνιστά σήμα κατατεθέν της μουσικής του δίσκου... Κάθε νότα της κιθάρας του Phil Manzanera, κάθε ήχος από τα πλήκτρα του Bryan Ferry, δίνουν την εντύπωση πως ξεπηδούν από ένα αλσύλλιο του νησιού, από τις κουφάλες των δέντρων, ή απ'τα ρυάκια που ξεχειλίζουν μέλι, γάλα - πιθανό και κόκκινο κρασί.


Το τελευταίο θα το χαρακτήριζα απαραίτητο ρόφημα και ιδανική συνοδεία του συγκεκριμένου δίσκου, όπως επίσης και τα χαμηλωμένα φώτα. Πολύ απλά, πρόκειται για ένα εξόχως ατμοσφαιρικό άλμπουμ, ό,τι πρέπει για μια βραδιά χαλάρωσης και *καλής* συντροφιάς. Γίνομαι κατανοητός, ή πρέπει να αναφέρω πάλι τον Αρθούρο και τις εννιά αδερφές?









Οι Roxy Music ιστορικά υπήρξαν από τις σημαντικότερες μπάντες του art rock/glam rock χώρου των 70s... Ο Bryan Ferry ήταν ο ιθύνους νους του συγκροτήματος, η ψυχή του. Εκεί στις αρχές των 80s ο Ferry είχε αρχίσει να καταπιάνεται με προσωπικές του δουλειές, ενώ οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη περνούσαν από διάφορα σκαμπανεβάσματα. Η δεκαετία του 70 είχε παρέλθει, οι αντιλήψεις και η μόδα της το ίδιο. Τα πράγματα για τους Roxy Music φαινόταν πως όδευαν προς το τέλος τους... αλλά τι τέλος ήταν αυτό, μα την αλήθεια!








Το "Avalon" συνιστά, όχι μόνο τον γνωστότερο τους δίσκο και μία από τις μεγαλύτερες τους επιτυχίες, αλλά και ένα από τα πιο ταξιδιάρικα και ατμοσφαιρικά άλμπουμ των Eighties, ένας δίσκος που σημείωσε τεράστια επιτυχία και καθιερώθηκε ως κλασικός. Η μουσική διαφέρει αρκετά από τις πρώιμες μέρες των Roxy Music... Δεν υπάρχουν εδώ οι glam εξάρσεις, ούτε οι ξέφρενοι πειραματισμοί του παρελθόντος. Ο δίσκος χαρακτηρίζεται ως "adult pop/soft rock/dream pop/art rock" και τέτοια, ωστόσο η πραγματικότητα πέρα από ταμπέλες είναι πως πρόκειται απλά για ένα άλμπουμ που περιλαμβάνει πραγματικά όμορφη μουσική. Ονειρικά τραγούδια. Η χαρακτηριστική φωνή του Bryan Ferry ασφαλώς συνιστά το κερασάκι στην τούρτα.


Μουσική σαν του "Avalon" θα μπορούσες πράγματι να ακούσεις στο μυθικό νησί του βασιλιά Αρθούρου.









Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Διότι περιλαμβάνει ορισμένα από τα ωραίοτερα δείγματα ταξιδιάρικης ποπ/ροκ μουσικής που έχουν γραφτεί ως τώρα.


Γιατί να μη τον ακούσετε: Γιατί είστε ουγκ και γκάου άτομα γενικά.


Ο δίσκος σε μια πρόταση: Σαλόνι, χαμηλά φώτα, είσοδος στον μύθο.



Top-Moments: The Space Between, Avalon, Take a Chance with Me, More Than This



Songhttp://www.youtube.com/watch?v=wt3eEBKa_no




πηγή: http://www.cheezburger.com/


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...