Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Donna Summer - Bad Girls







Donna Summer – Bad Girls

Έτος – 1979

ΕίδοςDisco (and more)




Κάποιες μουσικές μοιάζουν με τη φωτιά που σιγοκαίει σταθερά σε μια ζεστή εστία – άλλες πάλι θυμίζουν περισσότερο εκείνες τις λαμπρές φωτοβολίδες, που εκτινάσσονται με δύναμη στον ουρανό και εντυπωσιάζουν με την εκτυφλωτική τους λάμψη… Μόνο που η λάμψη τους έχει σύντομη διάρκεια. Πολύ γρήγορα το φως χάνεται και ο ουρανός βυθίζεται πάλι στην ψυχρή ανταύγεια των αστεριών. Ποιος όμως μπορεί να ξεχάσει τις μοναδικές αυτές φωτοβολίδες?

Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την έκρηξη του φαινομένου της Disco, εκεί στο δεύτερο μισό της Δεκαετίας του 70. Υπήρξε μία από τις εντυπωσιακότερες εκφάνσεις της μουσικής βιομηχανίας και της μαζικής κουλτούρας των τελευταίων δεκαετίων, καθιερώνοντας πρότυπα μόδας, μορφές διασκέδασης και υμνώντας έναν ορισμένο τρόπο ζωής – δόσιμο στους ρυθμούς της Νύχτας, τον χορό, απόλυτη άφεση στις ηδονές, τις καταχρήσεις, λάμψη, γκλαμουριά και ελευθεριακότητα. Υπήρξε το πνεύμα των μειονοτήτων (μαύρων, γυναικών και ομοφιλόφιλων) που ξεπρόβαλε από τα κινήματα των προηγούμενων χρονων και γύρευε διέξοδο στην ολική παράδοση των απολαύσεων.

Οι ασυδοσίες της Disco era τρόμαζαν τους συντηρητικούς. Η επιφανειακή της όψη ενοχλούσε τους σοβαρούς μουσικόφιλους. Οι μειονότητες όμως είχαν βρει στη Disco το στυλ που τους έδινε φτερά – λες και είχε ποτίσει κάποιος την καλή και αγαπημένη Soul μουσική με αλκοόλ και της είχε ανοίξει την πύλη για την απαγορευμένη Πολιτεία των Οργίων. 








Η αυθεντική Disco χάραξε τα χρόνια μεταξύ 1975-78, ωστόσο στα τέλη της δεκαετίας είχε αρχίσει η παρακμή. Οι εχθροί της πλήθαιναν διαρκώς και το σύνθημα “Disco Sucks” κυριαρχούσε αριστερά και δεξιά. Η μουσική βιομηχανία αναζητούσε νέες εμπορικές μουσικές διεξόδους – θα τις έβρισκε στην ποπ και σκληρή ροκ μουσική της επόμενης δεκαετίας. Πολλοί από τους καλλιτέχνες της Disco, ως τα τέλη της δεκαετίας, είχαν πέσει σε δυσμένεια.

Όχι όμως η «βασίλισσα της Disco», όπως την αποκάλεσαν. Εν έτει 1979 η Donna Summer παρέδωσε το απόλυτο ίσως έργο της. Ο τίτλος του “Bad Girls”. To εξώφυλλο απεικονίζει την Donna σε μία από τις σεξουαλικότερες της εμφανίσεις, αντανακλώντας πλήρως τον ηδονισμό που χαρακτήριζε τη Disco και ενοχλούσε ορισμένη μερίδα κόσμου – θυμίζω, βρισκόμαστε ακόμα στα 70s, πολύ πριν τη Madonna. H Donna Summer ποζάρει κυριολεκτικά σαν πόρνη του δρόμου, κάτω από το κόκκινο φως, ενώ ο μαστρωπός αστυνομικός ελέγχει την κίνηση.








Η Disco άφησε πίσω της πλήθος από χιτ, λίγα όμως άλμπουμ τα οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε κλασικά. Οι δίσκοι της Donna Summer ωστόσο ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλά με ένα ή δύο τραγούδια σαπουνόφουσκες. Η Donna είχε την τύχη να συνεργάζεται με έναν εκ των κορυφαίων παραγωγών και μουσικών της disco era, τον θρυλικό Giorgio Moroder. O συγκεκριμένος κύριος με το χαρακτηριστικό μουστάκι εκτόξευσε τη μουσική της σε άλλα επίπεδα, μετακινώντας την πρώιμη, και εμποτισμένη από τη Soul και Funk, Disco σε περισσότερο ηλεκτρονικούς ήχους, πειραματιζόμενος με τα συνθεσάιζερ και λοιπά μηχανήματα των καιρών και προλειαίνοντας το έδαφος για την εκτόξευση των ηλεκτρονικών ήχων (και της italo-disco σκηνής) της δεκαετίας του 80. 

Ο Moroder υπήρξε σημαντικός για το σύνολο της ηλεκτρονικής μουσικής – τα πειράματα του σε σημεία θυμίζουν μια περισσότερο χορευτική εκδοχή των Kraftwerk



Donna Summer, Giorgio Moroder



Στο “Bad Girls”, o Moroder, παρέα με τον Pete Bellotte στην παραγωγή, παραδίδουν μοναδικά δείγματα ανεβαστικής μουσικής, πέρα από όρια και ταμπέλες. Η διάθεση της Donna Summer να ανήκει σε μια μουσική σφαίρα έξω και πέρα από στεγανά και όρια είχε ήδη φανεί με ορισμένες από τις προηγούμενες δουλειές της και στο “Bad Girls” φτάνει στο απόγειο της. Πρέπει κάποιος να ακούσει αυτόν τον δίσκο, από την αρχή μέχρο το τέλος, για να καταλάβει με τι έχουμε να κάνουμε.

Το θρυλικό “Hot Stuff” ξεκινάει με ηλεκτρικές κιθάρες, συνδυάζοντας τους χορευτικούς ρυθμούς με ένα απίστευτα πιασάρικο ροκ υπόστρωμα.  Στιχουργικά αναφέρεται σε μια γυναίκα που εξορμεί σε ένα κέντρο, έτοιμη για όλα, σε αναζήτηση ενός εραστή που θα της παρέχει ατελείωτες στιγμές ηδονής. Δε περιμένει τον τέλειο άντρα να σκαρφαλώσει στο παραθύρι και να της χτυπήσει την πόρτα. Τον αποζητάει μόνη της, ενεργητικά. Οι γυναίκες είχαν πια σπάσει τα δεσμά, και το συγκεκριμένο τραγούδι γιορτάζει την νεαποκτειθήσα ελευθερία τους. 








Το “Bad Girls” σπρώχνει τα πράγματα ακόμα περισσότερο, μιλώντας ουσιαστικά για τις πόρνες της πόλης, σχεδόν ταυτιζόμενο με αυτές.


Now you and me we're both the same
But you call yourself by different names
Now your mama won't like it when she finds out
That her girl is out at night


Μουσικά έχουμε να κάνουμε με έναν funk δυναμίτη. Ήδη με τα πρώτα δύο τραγούδια του δίσκου φανερώνεται πως έχουμε ξεφύγει από τα στενά όρια της παραδοσιακής Disco. Η κρίση που βίωνε το στυλ την εποχή εκείνη δε μπορούσε να αγγίξει την Donna Summer, γιατί η ίδια παρέδιδε ένα άλμπουμ πέρα από ταμπέλες. Το “Bad Girls” απέχει πολύ από το να είναι ένα «καθαρόαιμο» disco album. Δε θα ήταν υπερβολή να λέγαμε πως οι μουσικοί πειραματισμοί των μεγάλων ποπ καλλιτεχνών των Eighties, όπως του Michael Jackson, του Prince και της Madonna, ή ακόμα και των Van Halen, οι οποίοι συνδύαζαν διαφορετικά στυλ (όπως την ποπ με το ροκ και τη φανκ) έχουν κατά πολύ τις ρίζες τους σε δίσκους όπως αυτός και ορισμένα ακόμα άλμπουμ συγκροτημάτων όπως οι Blondie, που επιχείρησαν με απόλυτη επιτυχία αυτό το crossover ανάμεσα στα μουσικά είδη και την ποπ.

Και αν τα πρώτα δύο τραγούδια θα αρκούσαν για να μετατρέψουν το άλμπουμ σε στιγμιαία επιτυχία, η συνέχεια είναι ακόμα καλύτερη! Το “Walk Away” είναι μία από τις αγαπημένες μου στιγμές, ένα καταπληκτικό ποπ/soul τραγούδι, με θέμα του έναν χωρισμό. Οι προκλητικοί στίχοι παραχωρούν σταδιακά τη θέση τους σε περισσότερο συναισθηματικά τραγούδια – η καρδιά ξεχωρίζει πίσω από το σεξουαλικό περίβλημα. 








Το “Dim All The Lights” ανήκει στα δημοφιλέστερα κομμάτια του δίσκου, θυμίζοντας πολύ το παραδοσιακό disco στυλ. To Once On A Lifetime” θα μπορούσε να είχε ερμηνευτεί από την Aretha Franklin, ενώ το “Love Will Always Find You” παραπέμπει στην Country μουσική. Τραγούδια όπως το “Journey To The Centre Of Your Heart” θα ήθελαν πολύ να έχουν γράψει οι Daft Punk και αναδεικνύουν πλήρως το αστρικό, ηλεκτρονικό στυλ του Moroder. Οι ηλεκτρονικοί πειραματισμοί του εξάλλου, καταδεικνύονται και στα τελευταία κομμάτια του δίσκου, τα οποία προετοιμάζουν το έδαφος για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν και για συγκροτήματα όπως οι New Order. Λίγο πριν το τέλος όμως, η Donna Summer μας παραδίδει ορισμένες από τις ωραιότερες της μπαλάντες.


Στο τέλος απομένει η εκθαμβωτική, βαθιά ερωτική μα και συναισθηματική παρουσία μίας από τις εντυπωσιακότερες κυρίες που πέρασαν ποτέ από την μαύρη μουσική. Της Βασίλισσας της Disco, σε ένα από τα διαχρονικότερα διαμάντια μιας εποχής ολόκληρης.







Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Ο κορυφαίος ίσως δίσκος της θρυλικής Donna Summer νομίζω είναι καλός λόγος από μόνος του.


Γιατί να μη τον ακούσετε: Θα πρέπει να απεχθάνεστε την ποπ και disco μουσική. Καλός ο μουσικός ελιτισμός παιδιά, δεν αντιλέγω, αλλά μην ταυτίζετε την δική σας έλλειψη ρυθμού με την απουσία καλής μουσικής, γιατί κάνετε λάθος. Το γεγονός πως μια μουσική χορεύεται την καθιστά λιγότερο πολύπλοκη μεν, όχι όμως λιγότερο απολαυστική.

Από κει και πέρα υπάρχουν όντως κάποια μουσικά στυλ που θεωρώ απαράδεκτα (βλέπε τα δικά μας ελληνάδικα), ωστόσο ας μη συγκρίνουμε την κάλπικη υπόσταση τους με την αυθεντικότητα της Disco ή της παλιάς ποπ μουσικής, πόσο μάλλον με τον γενικότερο αντίκτυπο τους στη συλλογική κουλτούρα.


Ο δίσκος σε μια πρόταση: Τα (μαύρα) διαμάντια είναι παντοτινά.


Top-Moments: Hot Stuff, Bad Girls, Walk Away, Journey To The Centre Of Your Heart, Once In A Lifetime, All Through The Night


Tracklist (κλικ στα χρωματισμένα για να μεταβείτε στο τραγούδι)


1 - Hot Stuff
3 - Love Will Always Find You
5 - Dim All The Lights
8 - Can't Get To Sleep At Night
9 - On My Honor
10 - There Will Always Be You
12 - My Baby Understands
13 - Our Love
14 - Lucky
15 - Sunset People




Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Mike Oldfield - Tubular Bells







Mike Oldfield
 - Tubular Bells

Έτος - 1973

Είδος - Progressive Rock, New Age



Λίγους δίσκους και καλλιτέχνες έχω συνδέσει τόσο πολύ με την περίοδο των Χριστουγέννων, όσο τον Mike Oldfield. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή πιάνω τον εαυτό μου να ακούω ξανά και ξανά τις μοναδικές του μελωδίες και να εξορμώ σε μουσικούς κόσμους πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, σε ηχοτρόπια που φαντάζουν να έχουν δημιουργηθεί από το ραβδί ενός μάγου. Η μουσική του Mike Oldfield θα μπορούσε να έχει ξεπροβάλλει από κάποιο μυθικό βιβλίο, μια ιστορία ντυμένη σε νότες, που μας ταξιδεύει σε χιονισμένα τοπία, πολύχρωμες πολιτείες και μυστηριώδη βασίλεια.

Περιττό να σας πω πως συγκαταλέγεται στους αγαπημένους μου καλλιτέχνες όλων των εποχών. Και ο δίσκος που παρουσιάζουμε σήμερα δεν είναι παρά το ξεκίνημα, η στερεή βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε το ταξιδιάρικο εποικοδόμημα του. Η συνέχεια έμελε να δώσει άφθονα έργα-διαμάντια, ωστόσο το “Tubular Bells” παραμένει ο γνωστότερος του δίσκος, εκείνος που τον καθιέρωσε.


Να ξέρατε πόσο θόρυβο έκαναν αυτές οι καμπάνες εν έτει 1973! Ο διαυγής, κρυστάλλινος, μαγευτικός τους ήχος ήταν τόσο έντονος, τόσο μοναδικός, που ακούγεται και σήμερα, δεκαετίες μετά - και θα συνεχίζει να ακούγεται για πολύ καιρό ακόμα.




Ακούστε τον δίσκο και ταξιδέψτε σε βουνά και δάση




Ο Mike Oldfield ήταν μόλις 19 χρονών όταν παρέδωσε σε διάφορες δισκογραφικές εταιρίες την ιδέα του “
Tubular Bells”. Ένα άλμπουμ αποκλειστικά ορχηστρικό (πέρα από ορισμένα "παράξενα" φωνητικά σε σημεία), αποτελούμενο από δύο κομμάτια όλα κι όλα, με διάρκεια περίπου 25 λεπτά το καθένα, χωρισμένα σε μουσικές υποενότητες. Η μουσική κυλάει όπως ακριβώς μια ιστορία φαντασίας ή ένα παραμύθι, ξεκινώντας με ένα ατμοσφαιρικό θέμα, ξεπηδώντας παρακλάδια προς διάφορες κατευθύνσεις, κι ενώ τα μουσικά κεφάλαια διαδέχονται το ένα το άλλο, αισθάνεσαι να εισχωρείς όλο και βαθύτερα σε κάποια περιοχή πέρα από τον χώρο και τον χρόνο – συνδετικός κρίκος όλων ασφαλώς είναι οι καμπάνες, το σήμα κατατεθέν του άλμπουμ.


Ο νεαρός Oldfield έκανε το αδιανόητο και έπαιζε μόνος του ένα πλήθος από μουσικά όργανα - από κιθάρες και πιάνο μέχρι μαντολίνο, όργανο, κρουστά, σφυρίχτρες και διάφορα άλλα... περίεργα! Συνολικά 20 διαφορετικά μουσικά όργανα! Το αποτέλεσμα αρχικά φάνταζε πολύ "αντι-εμπορικό" για τα δεδομένα των δισκογραφικών εταιριών, οι οποίες είχαν απορρίψει τον δίσκο. Που είναι τα τραγούδια? Τα φωνητικά? Τα πιασάρικα ρεφραίν? Τα χιτ? Δε μπορείς καν να κατηγοριοποιήσεις τη συγκεκριμένη μουσική, να την εντάξεις σε κάποιο είδος! Είναι ροκ? Είναι φολκ? Είναι κλασικίζουσα? Progressive? Μουσική δωματίου? Αmbient? (όρος που ακόμα δεν υπήρχε, ωστόσο το συγκεκριμένο είδος αναπτύχθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του 70 και επηρεάστηκε από τον Oldfield, μεταξύ άλλων).









Είναι σκοτεινή μουσική, κατάλληλη να συνοδεύσει μια ταινία τρόμου? (το κλασικό αρχικό θέμα με το πιάνο έγινε πασίγνωστο μέσω της ταινίας «Εξορκιστής»). Μήπως αντίθετα πρόκειται για παιδική μουσική? (ο δίσκος κλείνει με το “Sailors Hornpipe”, ένα εύθυμο, ανεβαστικό κομμάτι που θα μπορούσε να συνοδεύει χαρούμενους χορούς νάνων, ξωτικών και χόμπιτ).

Ήταν όλα τα πάνω και τίποτα απ’ αυτά. Εδώ έχουμε να κάνουμε απλά με τη μουσική του Mike Oldfield. Οι εταιρίες όμως δε του έδιναν την ευκαιρία που ζητούσε. Ωστόσο μία άγνωστη εταιρία, που μόλις είχε γεννηθεί, έκανε τη διαφορά. Το όνομα της εταιρίας: Virgin. Το “Tubular Bells” υπήρξε ο πρώτος δίσκος της.




Mike Oldfield και Richard Branson - ο δεύτερος είναι συνιδρυτής της Virgin



Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Η επιτυχία του άλμπουμ ήταν καταιγιστική, ασύλληπτη. Η Virgin εκτινάχτηκε σε δημοτικότητα και ο Oldfield αποθεώθηκε από τους μουσικόφιλους όλου του κόσμου, πέρα από κατηγορίες και είδη.


Η μουσική σε σημεία είναι ροκ, σε άλλα ατμοσφαιρική, κάποιες στιγμές οι ρυθμοί αποκτούν μια πειραματική διάθεση, ενώ σε άλλες ο Oldfield μας ταξιδεύει στις folklore ρίζες του... Το μοτίβο θα το επαναλάμβανε ο Oldfield στις επόμενες δουλειές του και αυτή η πρόσμιξη του ροκ ήχου, με το φολκ, το new age, τα κλασικίζοντα και πειραματικά στοιχεία, θα γινόταν σήμα κατατεθέν του. Το Tubular Bells θα γνώριζε άφθονες επανεκδόσεις, συνέχειες, επανεκτελέσεις, απόπειρες μίμησης, διασκευές, ό,τι μπορείτε να φανταστείτε.








Τρεις από τις στιγμές του δίσκου έμειναν κλασικές. Η αρχική εισαγωγή ασφαλώς είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο, ακόμα και εκείνους που δε γνωρίζουν τίποτα περισσότερο από τη μουσική του Oldfield. Δεν είναι άλλη από την μουσική υπόκρουση που ντύνει το βασικό θέμα του «Εξορκιστή»… Πως γίνεται ένας δίσκος που εγώ προσωπικά συνδέω με τα Χριστούγεννα και ο ήχος του οποίου παραπέμπει τόσο πολύ σε παραμύθια να έχει δώσει το αρχικό του θέμα σε μια από τις πλέον τρομακτικές ταινίες όλων των εποχών? Κι όμως, ταιριάζει και με το παραπάνω! Μη ξεχνάμε πως κάθε κλασικό παραμύθι έχει την σκοτεινή πλευρά του. Το ανεβαστικό, ηλιόλουστο φινάλε με το “Sailors Hornpipe” φαντάζει ως το “happy ending” των μύθων – ο ήρωας κατόρθωσε να πετύχει τον στόχο του και να ζήσει ευτυχισμένος, έχοντας όμως πρώτα περάσει από πολλές και φοβερές περιπέτειες!

Δεύτερο είναι το «κεφάλαιο» του Ανθρώπου των Σπηλαίων, όπου ακούμε τους μανιασμένους βρυχηθμούς του Oldfield, στην πλέον αμφιλεγόμενη στιγμή του άλμπουμ. Σε κάποιους δεν άρεσαν τα συγκεκριμένα φωνητικά – προσωπικά τα θεωρώ απολαυστικά! Κάθε παραμύθι περιλαμβάνει εξάλλου κάποιο Τέρας, και ο “Caveman” του Oldfield είναι αυτό ακριβώς, ένας φοβερός και τρομερός Χιονάνθρωπος των Σπηλαίων! Για τα παρασκήνια της ιστορίας, να πούμε πως ο παραγωγός της Virgin είχε ζητήσει τότε από τον Mike να συμπεριλάβει κάποιο πέρασμα με φωνητικά στον δίσκο – για το «εμπορικό» της υπόθεσης. Ο Oldfield ενοχλήθηκε, θεωρώντας το παρέμβαση πάνω στο δημιουργικό κομμάτι της δουλειάς του. «Θέλουν φωνητικά?», σκέφτηκε. «Θα έχουν φωνητικά!».


Έτσι λοιπόν πήγε στο studio να ηχογραφήσει τη φωνή του, έχοντας όμως κατεβάσει πρώτα μισό μπουκάλι ουίσκι! Στη συνέχεια άρχισε να βρυχάται στο μικρόφωνο για δέκα συνεχόμενα λεπτά… Και να πως δημιουργήθηκε ο «άνθρωπος των σπηλαίων»!




O νεαρός Oldfield στο studio



Για το φινάλε, άφησα την περίφημη εισαγωγή των μουσικών οργάνων, με την αντίστοιχη «παρουσίαση» τους, ένα προς ένα, και το εθιστικό, υπνωτιστικό θέμα που παίζει από πίσω στο μπάσο. Ίσως ό,τι κλασικότερο μας έχει δώσει μέχρι σήμερα η έμπνευση και φαντασία του Mike Oldfield. Οι καμπάνες στο τέλος φαντάζουν ερχόμενες σαν από άλλο κόσμο, λες και έχουν ξεχυθεί από τους ουρανούς τους ίδιους.


Το “Tubular Bells” άφησε τη δική του ιστορία. Για τον Mike όμως δεν ήταν παρά μόνο η αρχή – θα ακολουθούσαν άφθονες ακόμα ιχνηλατήσεις του σε ανεξερεύνητους μουσικούς κόσμους, απαστράπτοντες φαντασία και μαγεία.








Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Διότι αγαπάτε την καλή μουσική - και την μαγευτική ατμόσφαιρα. Θέλετε να αφήνετε την φαντασία σας να καλπάζει και διατηρείτε μέσα σας έναν μικρό, μαθητευόμενο μάγο.


Γιατί να μην τον ακούσετε: Αν η ιδέα να ακούτε ένα άλμπουμ αποτελούμενο από 2 κομμάτια όλα κι όλα, 25 λεπτών το καθένα, χωρίς φωνητικά, βρίσκετε πως δεν ταιριάζει με τα μουσικά σας γούστα, πιάστε αν είναι το "Best of Madonna".


Ο δίσκος σε μια πρόταση: ...And the journey has begun


Top-Moments: Ε, όλο προφανώς.



Tracklist (κλικ στους τίτλους για να ακούσετε τα κομμάτια):








Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...