Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Lullabies on Fascination Street: Η Ιστορία των Cure, μέρος Ι








Ααα. Οι Cure. Ο παλιόφιλος Robert Smith. Aκούς ξανά τη μουσική τους και αισθάνεσαι πως ταξιδεύεις πίσω στα παλιά, ανταμώνεις με παρέες, επισκέπτεσαι μέρη που άλλοτε σύχναζες συχνά, αναβιώνεις συναισθήματα καταχωνιασμένα στα ενδότερα των αναμνήσεων σου. Αισθάνεσαι όμορφα. Είναι λες και πίνεις εκείνο το ποτήρι με κρασί που είχες καταχωνιάσει για χρόνια στο ράφι, μα ανοίγοντας το σε κατακλύζει μεμιάς το άρωμα από περασμένες εμπειρίες. Νιώθεις πως τις ζεις για άλλη μια φορά.

Πολλοί από εμάς έχουμε συνδέσει τους Cure με ιδιαίτερες φάσεις της ζωής μας – όχι απαραίτητα ευχάριστες, όχι απαραίτητα δυσάρεστες, σίγουρα όμως χαρακτηριστικές. Οι πρώτοι μας έρωτες – ή ενδεχομένως οι πρώτες ερωτικές μας απογοητεύσεις. Οι φάσεις που μέναμε μόνοι στο δωμάτιο μας, ο κόσμος έξω αφιλόξενος, και η μουσική να παίζει ξανά και ξανά τραγούδια που σιγοτραγουδούσαμε τους στίχους. Πόσες φορές δεν αφεθήκαμε σκόπιμα στην αραχνιασμένη δίνη ενός “Lullaby”, δεν αισθανθήκαμε την ανάγκη να χορέψουμε σα νυχτόβια ξωτικά με το “Why Cant I Be You” , δεν παρασυρθήκαμε με την ξέφρενη αισιοδοξία ενός “Friday Im In Love”.

Πόσες φορές δε περιφρονήσαμε κρυφά και όλους εκείνους  που γνώριζαν τους Cure από αυτά και μόνο τα ραδιοφωνικά «χιτάκια» τους! Όχι εμείς όμως, που διυλίζαμε κάθε τραγούδι και κάθε στίχο του Robert Smith, λιώνοντας με τη σειρά τον έναν μετά τον άλλο από τους δίσκους τους. Χαμένοι στον ομιχλώδη κόσμο του “Seventeen Seconds”, παρασυρόμενοι από την ψυχεδέλεια του “Top”, ταξιδεύοντας στα πλούσια ηχοτρόπια του “Kiss Me Kiss Me Kiss Me”. Παραδομένοι στη μαυρίλα του “Pornography” - τότε που ένιωθες πως η άβυσσος η ίδια συνιστά ένα φιλόξενο μέρος.

Το σημερινό κείμενο απευθύνεται λοιπόν σε εμάς που δεν ακούσαμε απλά, μα ζήσαμε τη μουσική των Cure και που φέρνουμε πάντα κατά νου τον Robert Smith σαν εκείνο τον φίλο απ’ τα παλιά, με τον οποίο θα πάμε για ένα κρασάκι και θα αφηγηθούμε ιστορίες απ’ τα περασμένα, χαρούμενες και θλιβερές, απάνεμες και θυελλώδεις. Και – ποιός ξέρει – ίσως ζήσουμε μια καινούργια ιστορία, έτοιμη να ξετυλίξει τις σελίδες της για μας. Η μουσική των Cure θα δώσει πάλι το παρόν, να είστε βέβαιοι γι’ αυτό.

Μια ματιά στην ιστορία και τη δισκογραφία των Cure, λοιπόν! Ένα συγκρότημα που πάντρεψε ουκ ολίγα μουσικά στυλ στα 30 και βάλε χρόνια της μουσικής παρουσίας του και ένας frontman που μοιράστηκε μαζί μας λέξεις και ήχους που έχουν, θαρρείς, γεννηθεί σε κάποιον φανταστικό παιχνιδότοπο, ένα ρόλερ κόστερ που σε εκτινάσσει στα ύψη και σε ρίχνει κάτω απότομα, διασχίζοντας χώρες πολύχρωμες και γκρίζες, χαρούμενες και σκοτεινές – Κι αυτό, ενώ παράλληλα έχεις βυθίσει το ενθουσιασμένο σου μούτρο σε ένα μπολ με παγωτό, ξέχειλο ως πάνω με σιρόπι. Ναι, αυτή είναι η μουσική των Cure και αυτός είναι ο ιδιαίτερος κόσμος του Robert Smith!

Ας τον θυμηθούμε λοιπόν...









Μέρος Ι – Τρία φανταστικά παιδιά και ένας Άραβας στο Κάιρο




Ο πάνω τίτλος θα μπορούσε να έχει δοθεί σε κάποια φτηνή σειρά παιδικής λογοτεχνίας, ή ενδεχομένως να είναι το όνομα μιας παιδικής τηλεοπτικής σειράς – σίγουρα παραπέμπει σε κάτι παιδικό πάντως, όπως παιδικό σχεδόν φαντάζει το εξώφυλλο του πρώτου δίσκου των
Cure: Ένα ψυγείο, ένα φωτιστικό και μια σκούπα, σ’ ένα ροζ φόντο. Μεγαλοπρεπής μινιμαλιστική αισθητική, pop-art μεταφερμένη στην κουζίνα ενός σπιτιού, ή απλά έλλειψη έμπνευσης; Και όσο τα τραγούδια διαδέχονται το ένα το άλλο, η φωνή του Robert Smith μοιάζει σχεδόν με φωνή παιδιού – η χροιά του έμελλε να αλλάξει πολύ τα επόμενα χρόνια.

Κι όμως, αυτός ακριβώς ο πρώτος δίσκος των Cure με τίτλο “Three Imaginary Boys” σηματοδοτεί ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα ντεμπούτα άλμπουμ της εποχής του και έναν δίσκο που καταδεικνύει όσο κανένας άλλος τις μουσικές ρίζες του συγκροτήματος. Μία μπάντα που είχε ήδη προκαλέσει αίσθηση με το αμφιλεγόμενο πρώτο single τους, ένα τραγούδι που αναφέρεται σε κάποιον Άραβα που σκοτώνεται σε μια παραλία...









Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά που έγιναν. Ήταν 1976 και στο Crawley της Αγγλίας κάποιοι νεανίες επίδοξοι μουσικοί,  οι οποίοι είχαν μόλις τελειώσει το σχολείο, πρόσεξαν μια αγγελία της ανεξάρτητης “Hansa Records”: «Θέλετε να ηχογραφήσετε τα τραγούδια σας με την εταιρεία μας;». Αμέ, πως δε θέλουμε, σκέφτηκαν τα παλικάρια. Έπιασαν λοιπόν τα μουσικά τους όργανα, προσπάθησαν να γράψουν ορισμένα τραγούδια της προκοπής και τα συνόδεψαν με στίχους. Mεταξύ των παιδιών (τα οποία δε χρειάζεται να αναφέρουμε όλα, καθώς οι μισοί θα εγκατέλειπαν το συγκρότημα σύντομα) ανήκαν ο ντράμερ Laurence Tolhurst και ο κιθαρίστας Robert Smith

Επηρεασμένοι από τον David Bowie και το κίνημα της glam rock (μουσικά, όσο και στυλιστικά, κάτι που θα φαινόταν κυρίως με την πάροδο των χρόνων), γουστάροντας τον Jimi Hendrix και εμποτισμένοι από την αναδυόμενη punk αισθητική της εποχής τους, το νεόφυτο σχήμα έφερε αμφισβητούμενες ικανότητες (έμεινε γνωστή η αδυναμία του Tolhurst να παίξει ντραμς της προκοπής), μα και άφθονη ενέργεια – ενώ ο κύριος Robert Smith είχε την ιδιαίτερη ικανότητα να συνθέτει τραγούδια που κατόρθωναν να καρφωθούν στο μυαλό σου, τραγούδια που συνόδευε με αρκετά χαρακτηριστικούς και ιδιαίτερα εσωτερικούς στίχους.





οι Cure στις πρώιμες τους μέρες και ένας αγνώριστος Robert Smith!




Ήταν μία διαφορετική εκδοχή της ποπ, εναρμονιζόμενη πλήρως με το μουσικό κύμα που σάρωνε τις δύο όχθες του Ατλαντικού εκείνον τον καιρό, ένα κύμα που συνδύαζε ωμή ενέργεια, μία αντισυμβατική ιδεολογία, με εύπεπτα, τρίλεπτα ή τετράλεπτα τραγούδια. Το 1977 είδε την έκρηξη του φαινομένου της πανκ και στα χρόνια που ακολούθησαν η πανκ άπλωσε κλαδιά προς άφθονες κατευθύνσεις, επηρεάζοντας πλήθος κόσμου και μεταμορφώνοντας η ίδια τον εαυτό της. Στα τέλη της δεκαετίας κυριαρχούσε το κίνημα του post-punk, και σε αυτόν τον χώρο συχνά εντάσσει ο κόσμος τους Cure των πρώτων χρόνων. Στην επιθετικότητα της αρχικής πανκ η post-punk αντιτάσσει εσωστρέφεια, μινιμαλισμό και πειραματικές διαθέσεις. Στα εκατοντάδες σχήματα της εποχής που δοκίμασαν να εκφραστούν σε ανάλογες φόρμες ανήκαν και οι πρώιμοι Cure.

Αρχικά το συγκρότημα ονομαζόταν Easy Cure, στην πορεία όμως εγκατέλειψαν το “easy” στον τίτλο, θεωρώντας το υπερβολικά «χίππικο». Η αρχική πορεία τους φάνταζε σαν περπάτημα σε ένα υπερβολικά κακοτράχαλο μονοπάτι, από εκείνα που φαίνεται να οδηγούν σε αδιέξοδο – για να μη πω και στον γκρεμό. Το να σε εγκαταλείπει άρον άρον η εταιρεία σου ενώ εσύ βρίσκεσαι ακόμα στο στάδιο της ηχογράφησης των πρώτων σου... demo, δε συνιστά την πλέον ελπιδοφόρα αρχή για κανέναν επίδοξο, νέο μουσικό! Έτσι έγινε όμως με τους Cure, όταν η Hansa Records αρνήθηκε να έχει οποιαδήποτε σχέση με το τραγούδι “Killing an Arab”, το οποίο το συγκρότημα επιθυμούσε να κυκλοφορήσει ως πρώτο του single.








To τραγούδι αναφέρεται στην δολοφονία ενός Άραβα σε κάποια παραλία και μεμιάς θεωρήθηκε ρατσιστικό, μία φήμη που θα το συνόδευε για πολλά χρόνια ακόμα και ένας λόγος που το ίδιο το συγκρότημα διατήρησε μια αμφιλεγόμενη στάση απέναντι του. Λίγοι βέβαια γνώριζαν τον καιρό εκείνον πως το τραγούδι έχει ως βασική αναφορά του το υπαρξιστικό μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ «Ο Ξένος», το οποίο περιλαμβάνει τη σκηνή με τον θάνατο του Άραβα, σε ένα από τα κομβικά του κεφάλαια. Ο Robert Smith ενδιαφερόταν πολύ για το κίνημα του υπαρξισμού και συχνά στους στίχους του θα βρείτε αναφορές σε θέματα που απασχόλησαν τους υπαρξιστές, όπως ο θάνατος, η ελευθερία, η αποξένωση και η αίσθηση (ή ή ανυπαρξία) νοήματος. Ο κόσμος βέβαια που πιθανό να άκουγε το τραγούδι στο ραδιόφωνο αγνοούσε την πηγή έμπνευσης, δεν είχε ιδέα ποιό ήταν το περιεχόμενο του «Ξένου», ενώ ο Αλμπέρ Καμύ πιθανό να τους ήταν γνωστός μόνο ως όνομα – εν μέρει λοιπόν βρίσκω λογικό που το κομμάτι κατακρίθηκε ως ρατσιστικό.

Κρίμα και άδικο βέβαια, καθώς πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα δείγματα της ποστ-πανκ μουσικής των καιρών του! Στο τραγούδι η φωνή του Smith αντηχεί σχεδόν ξύλινη, χωρίς συναίσθημα, λες και τραγουδάει ρομπότ, κάτι που δεν είναι τυχαίο σε ένα κομμάτι που έχει ως κεντρικό του θέμα την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου. Δε ξέρω που βρίσκομαι, δε γνωρίζω τι κάνω, ποιός είμαι, τι νόημα έχουν όλα. «I’m alive… I’m dead… I am a stranger… Killing an Arab”. (click)







Αυτή θα μπορούσε να είναι η αρχή του τέλους. Θα μιλούσαμε για τους Cure ως ένα από εκείνα τα «θαμμένα» συγκροτήματα, που κυκλοφόρησαν ένα-δυο καλά τραγούδια και μετά χάθηκαν στην αφάνεια. Θα μπορούσε να είχε υπάρξει αυτή η εξέλιξη – εάν δεν ήταν ένας άνθρωπος. 

Ο λόγος για τον παραγωγό Chris Parry, στον οποίο χρωστούσαν πολλά οι νεογέννητες μπάντες των The Jam και Siouxsie and the Banshees. Ο Parry άκουσε τα πρώτα ντέμο των Cure και τα βρήκε ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Στα πρώτα αυτά τραγούδια ανήκαν τα “Boys Dont Cry”, “Fire In Cairo”, “Its Not You” και “10.15 Saturday Night”. Στην πορεία γνώρισε τα μέλη του συγκροτήματος (το οποίο ήταν πλέον τρίο από πέντε μέλη που ξεκίνησαν αρχικά και είχαν ήδη ξεκινήσει να κάνουν δουλειές αλλού – ο Tolhurst εργαζόταν σε ένα εργαστήριο χημείας). Γνωρίζοντας τη μπάντα τους συμπάθησε, παρά το γεγονός πως απουσίαζε πλήρως κάθε στυλιστική αίσθηση σε αυτούς (κάτι απαραίτητο για τους πανκς της εποχής), και σύντομα υπέγραψε μαζί τους στη δική του εταιρεία “Fiction”.








Kάπως έτσι λοιπόν σώθηκαν οι Cure. Για μία ακόμα φορά θα έφταναν στο χείλος του γκρεμού, και η δεύτερη φορά θα ήταν ακόμα σοβαρότερη σε σχέση με την πρώτη, αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια!

Το “Killing an Arab” θα κυκλοφορούσε τελικά ως single και ουκ ολίγα μουσικά έντυπα ενθουσιάστηκαν, απονείμοντας του μάλιστα τον τίτλο του “single της εβδομάδος”, ενώ το 1979 έμελλε να δουν και το πρώτο τους πρωτοσέλιδο στο μουσικό περιοδικό “Sounds”. Αυτό ενώ παράλληλα εξαπλωνόταν η αρνητική, ρατσιστική φήμη του τραγουδιού. Σε μία συναυλια του συγκροτήματος στο Nashville, κι ενώ βρισκόμαστε ακόμα στο έτος 1979, έδωσε ξαφνικά το παρόν μια μεγάλη ομάδα του νεοναζιστικού Εθνικού Μετώπου, θεωρώντας πως το “Killing an Arab” έχει ρατσιστικό περιεχόμενο και πως οι Cure είναι «δικοί τους». Εδώ που τα λέμε, οι ναζί και οι φασίστες είχαν πάντα αυτή την τάση να βλέπουν κοντόφθαλμα τα πράγματα, εμποτισμένοι από το φυλετικό τους μίσος και την μερική (στην καλύτερη περίπτωση) απουσία εγκεφάλου που τους χαρακτηρίζει. Από τότε που έγινε το συγκεκριμένο περιστατικό, ο Smith και οι Cure έδιναν όλο και λιγότερη έμφαση στο συγκεκριμένο τραγούδι, τόσο στα λάιβ όσο και στις συνεντεύξεις τους, θέλοντας να αποτινάξουν οποιαδήποτε υποψία ρατσιστικής ιδεολογίας.

Εξάλλου, είπαμε. Η πλειοψηφία του κόσμου δεν θα καταλάβει αν του πεις για τον Καμύ και τον υπαρξισμό. Μάλλον θα απομείνει να σε κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. Από το να θεωρεί λοιπόν πως το τραγούδι έχει ως περιεχόμενο του το μίσος απέναντι σε αλλοεθνείς, καλύτερα να του δίνεις όσο λιγότερη έμφαση γίνεται. Κάπως έτσι έπραξαν οι Cure.








Tην ίδια περίοδο, κι ενώ το κίνημα του post punk βρισκόταν στο απόγειο του, οι Cure κυκλοφόρησαν επιτέλους το ντεμπούτο άλμπουμ τους, με τίτλο “Three Imaginary Boys”! Kαι αυτό το εντελώς χαρακτηριστικό εξώφυλλο, με το ψυγείο, τη σκούπα και το φωτιστικό (τα «τρία φανταστικά παιδιά» του τίτλου;), το οποίο δεν ήταν επιλογή του Smith ή της μπάντας, αλλά της εταιρείας. 

Οι Cure, βλέπετε, δεν είχαν ακόμα κάποιο “image” να πουλήσουν. Οι μέρες του make up δεν είχαν έρθει ακόμα και για ένα συγκρότημα που, λίγο πολύ, ανήκε στις παραφυάδες της πανκ μουσικής, η εικόνα έπαιζε σημαντικό ρόλο. Δεν ήταν παρά ορισμένα νεαρά παιδιά, με μινιμαλιστική σκηνική παρουσία, που ωστόσο ήξεραν να γράφουν ενδιαφέροντα τραγούδια. O Chris Parry θεώρησε πρέπον να διαμορφώσει ένα αντισυμβατικό εικαστικό στυλ, αντίστοιχο με το anti-image του συγκροτήματος, απογυμνωμένο από οποιαδήποτε υπόνοια συναισθήματος.  

Στον Robert Smith δεν άρεσε.








Αντίστοιχα οι Cure δεν είχαν πολύ μεγάλο λόγο πάνω στο περιεχόμενο του δίσκου, ή στην επιλογή των τραγουδιών. Θεώρησαν πως το αποτέλεσμα ήταν περισσότερο «ποπ» σε σχέση με τις αρχικές, σκοτεινότερες και σαρκαστικές διαθέσεις τους. Η σατιρική διάθεση γίνεται έντονη στο τραγούδι “So What(click), στο οποίο οι στίχοι δε συνιστούν παρά απαγγελία μιας διαφημιστικής προσφοράς με ένα φωνητικό στυλ που παραπέμπει στο «φτύσιμο» των στίχων από τις κλασικές βρετανικές πανκ μπάντες. Οι σκοτεινές διαθέσεις του συγκροτήματος εξάλλου φαίνονται ιδιαίτερα στο αργό και ατμοσφαιρικό “Subway Song”, με αυτή την χαρακτηριστική, ανατριχιαστική τσιρίδα στο φινάλε, καθώς και στο ομότιτλο “Three Imaginary Boys”, το μουσικό στυλ του οποίου παραπέμπει στην πορεία που θα ακολουθούσαν οι Cure τα επόμενα χρόνια.

Το εναρκτήριο “10.15 Saturday Night(click) ανήκει σαφέστατα στα κορυφαία τραγούδια των πρώιμων Cure, ένας ύμνος στην αποξένωση και τη μοναξιά και ένα τραγούδι ολικής post punk αρτιότητας. Αυτή η βρύση που κυλάει, κυλάει, κυλάει στον νιπτήρα, ενώ τα φώτα είναι κλειστά και η νύχτα σέρνει βασανιστικά τα βήματα της θα στοιχειώνει κάθε έναν από μας, που ένιωσε κάποτε να ταυτίζεται με το περιεχόμενο των στίχων του. Το “Accuracy” είναι ένα από τα αγαπημένα τραγούδια του Σμιθ, ενώ το “Grinding Halt(click) ανήκει στα δυναμικότερα κομμάτια του δίσκου. Σε όλα αυτά η φωνή του Smith ηχεί εντελώς διαφορετική από τον Robert Smith των ύστερων χρόνων. Όχι μόνο η χροιά του φαντάζει περισσότερο «εφηβική», μα και το συναίσθημα με το οποίο τον έχουμε ταυτίσει δείχνει να απουσιάζει. Πραγματικά ο δίσκος διαπνέεται πλήρως από εκείνο το «δε με νοιάζει τίποτα, δε δίνω δεκάρα για κανέναν» attitude, τόσο χαρακτηριστικό της πανκ φιλοσοφίας.

Το “Fire In Cairo(click) συνιστά μία από τις περισσότερο ποπ, μα και όμορφες στιγμές του δίσκου. Διαχρονικά αγαπημένο μέσα στην απλότητα του, θυμίζοντας σχεδόν παιδικό τραγουδάκι στο ρεφραίν, το συγκρότημα συνεχίζει να το τιμάει στα λάιβ του τόσα χρόνια μετά. Aπό την άλλη, κομμάτια όπως το “Meat Hook” και η διασκευή στο “Foxy Lady” του Jimi Hendrix… θα ήταν καλύτερα αν τα ξεχνούσαμε. Δεν είναι τυχαίο που δεν συμπεριλαμβάνονται στην αμερικανική έκδοση του δίσκου, η οποία κυκλοφόρησε με τον τίτλο “Boys Dont Cry”, με διαφορετικό εξώφυλλο (στο πνεύμα του “Fire In Cairo”) και άλλο περιεχόμενο και σειρά τραγουδιών. Εδώ το συγκρότημα είχε λόγο, βλέπετε, και είναι φανερό. Στην αμερικανική αυτή εκδοχή του ντεμπούτου συμπεριλαμβάνονται και τα “Boys Dont Cry”, “Killing an Arab” και “Jumping Someone Elses Train”, τρία από τα γνωστότερα τραγούδια τους, τα οποία ντροπιαστικά δεν περιλαμβάνονταν στην επίσημη, βρετανική εκδοχή του άλμπουμ! Πραγματικά αναρωτιέμαι που είχαν το μυαλό τους οι παραγωγοί.









Για το “Killing an Arab” μιλήσαμε. Το “Jumping Someone Elses Train(click), με αυτόν τον τόσο χαρακτηριστικό ρυθμό του που θυμίζει τρένα που συναγωνίζονται το ένα το άλλο για το ποιό θα φτάσει γρηγορότερα στον τερματισμό, έχει ως σημείο αναφοράς του τον ανταγωνισμό που είχε καλλιεργηθεί ανάμεσα σε διάφορες βρετανικές μπάντες του κινήματος τoυ Μod Revival, της εποχής. Κοινώς, ποιός θα «πατήσει πάνω σε ποιόν».

Όσο αφορά το “Boys Dont Cry(click), νομίζω τα πολλά λόγια είναι περιττά. Ένα από τα διαχρονικότερα τραγούδια των Cure και ένας ύμνος της ποπ κουλτούρας, από εκείνα που έχουν ακούσει σχεδόν οι πάντες ακόμα και αν δεν έχουν σχέση με τη μουσική τους, το οποίο παντρεύει στιχουργικά (μα και στη μελωδία των φωνητικών) τη μελαγχολία της εγκατάλειψης με εκείνο το γλυκό, σχεδόν αισιόδοξο αίσθημα που έμελλε να δούμε ξανά και ξανά στους Cure των ύστερων χρόνων. «Ναι, φίλε μου, τα πράγματα δεν πήγαν όπως επιθυμείς, μα χαμογέλα, η ζωή συνεχίζεται». Αυτό είναι το μήνυμα και πως να μη ταυτιστείς μαζί του. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως πολλοί από εμάς αγαπήσαμε αρχικά τους Cure με κομμάτια όπως αυτό. Φυσικά το τραγούδι  κυκλοφόρησε ως single, εντός αποθεωτικών κριτικών («Ο Τζον Λέννον όπως θα τραγουδούσε στα 12 ή 13 του» ήταν μία από αυτές, με κάποια δόση υπερβολής ίσως), ωστόσο δε σημείωσε επιτυχία τον καιρό εκείνο. Οι μέρες μαζικής απήχησης των Cure δεν είχαν ακόμα έρθει.








Φτάνοντας στο τέλος της πρώιμης εκείνης φάσης του συγκροτήματος, αξίζει να αναφέρουμε το project του Robert Smith με τον ποζεράδικο τίτλο “Cult Hero” και την ακόμα περισσότερο ποζεράδικη μουσική του, όπως τουλάχιστον φάνηκε στα τραγούδια “Im a Cult Hero (click) και “I Dig You(click), αμφότερα ύμνοι μιας περισσότερο χύμα ροκ αισθητικής που δε θα βλέπαμε ξανά από τους Cure. Mεταξύ άλλων, το project συμπεριλαμβάνει τον Simon Gallup στο μπάσο, με τον οποίο τότε ο Smith ξεκίνησε μια μακρόχρονη, άκρως εποικοδομητική συνεργασία: ο Gallup θα γινόταν το δεύτερο, μετά τον Σμιθ, μακροβιότερο μέλος των Cure.

Κι ενώ οδεύουμε σταδιακά στην δεκαετία του 80, σύννεφα ομίχλης φαίνεται να καλύπτουν το μουσικό ουρανό και τις διαθέσεις του συγκροτήματος. Η σκοτεινότερη περίοδος των Cure βρισκόταν προ των πυλών.




Mέρος ΙΙ – 100 Χρόνια




Ξεκινώντας αυτό το αφιέρωμα, έχω να ομολογήσω πως περίμενα αυτή τη στιγμή περισσότερο απ’ όλες. Το δεύτερο αυτό μέρος καταπιάνεται με την περίοδο κατά την οποία οι Cure παρέδωσαν ορισμένα από τα σκοτεινότερα δείγματα μουσικής που είχε επιχειρήσει να δώσει μέχρι τότε οποιοδήποτε συγκρότημα. Βρισκόμαστε προ των πυλών μιας χώρας στερημένης από χρώμα, εκεί που δε φωτίζουν οι αχτίδες του ηλίου, και ο χάρτης πάνω στον οποίο θα βαδίσουμε είναι βαμμένος σε ποικίλες αποχρώσεις του γκρίζου, φτάνοντας (στο τέλος της διαδρομής) στο απόλυτο μαύρο.

Είναι πραγματικά παράξενο αυτό που συμβαίνει με διάφορα κοινωνικά και ιστορικά φαινόμενα. Μεμονωμένοι άνθρωποι επιχειρούν ορισμένες πράξεις, υποκινούμενοι από τα δικά τους, προσωπικά κίνητρα... Κάπως συμβαίνει όμως και οι πράξεις αυτές, μακροπρόθεσμα, φαίνεται να εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, σαν μέρη ενός κινήματος. Η ιστορία παρουσιάζει τις πράξεις αυτές σαν τμήματα ενός συνεκτικού Όλου, σαν αναπόσπαστα στοιχεία ενός γενικότερου φαινομένου, ενώ τα μεμονωμένα άτομα πιθανό να μην είχαν καμία τέτοια πρόθεση αρχικά.








Κάπως έτσι συνέβη με εκείνο το μουσικό και πολιτισμικό φαινόμενο που ονομάστηκε “gothic” και είχε καθιερωθεί πλέον, σαν όρος και κουλτούρα, στα μισά της δεκαετίας του 80. Ωστόσο τα συγκροτήματα εκείνα που συνέβαλαν στην αρχική του εξάπλωση, οι δημιουργοί του είδους, δεν είχαν καμία απολύτως επίγνωση πως η μουσική που παίζουν συνιστά μέρος ενός ευρύτερου φαινομένου. Απλά έγραφαν μουσική για τους εαυτούς τους, με τον τρόπο που αισθάνονταν, πιθανώς επηρεασμένοι οι μεν από τους δε, μα σίγουρα χωρίς να έχουν σκοπό να ενταχτούν σε μια νέα μουσική κατηγορία. Κάπως  έτσι λοιπόν, στα τέλη της δεκαετίας του 70, αρκετές από τις μπάντες του post punk άρχισαν να γίνονται όλο και περισσότερο εσωστρεφείς, χαμηλώνοντας τους τόνους, δίνοντας έμφαση στα συναισθήματα που τους ταλάνιζαν, συνδυάζοντας το με σκοτεινότερες και συχνά ατμοσφαιρικές μουσικές εξερευνήσεις. Δεν είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους, ούτε ασφαλώς είπαν: «παιδιά, πάμε να δημιουργήσουμε το gothic».

Κάπως έτσι έγινε όμως, και λίγα χρόνια μετά ο όρος είχε καθιερωθεί, από ΜΜΕ και οπαδούς, και συγκροτήματα που έπαιζαν στο περίφημο Batcave του Λονδίνου είχαν βαπτιστεί ως σημαιοφόροι  του νέου κινήματος της νύχτας, κραδαίνοντας τα μαύρα λάβαρα τους. Προπάτορες του κινήματος, δημιουργοί της gothic μουσικής, οι Joy Division, οι Bauhaus, η Siouxsie και οι Cure. Kανένα από αυτά τα συγκροτήματα δε δήλωνε “gothic”, δεν είχε επίγνωση πως η μουσική του θα γίνει μέρος ενός ευρύτερου φαινομένου και οι ίδιοι θα βαπτιστούν πατέρες του. Και όταν πια το φαινόμενο είχε καθιερωθεί, τα ίδια τα συγκροτήματα είχαν πάει αλλού...








Επιστρέφουμε λοιπόν στους Cure και στον ανήσυχο, βασανισμένο νου του Robert Smith. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 70 είχε έρθει σε επαφή με την Siouxsie και το συγκρότημα της, τους Banshees, καθώς και με τον μπασίστα του συγκροτήματος, τον Steven Severin. H μεταξύ τους γνωριμία θα απέβαινε εποικοδομητική και για τις δύο πλευρές. Ο Σμιθ σταδιακά ενσωματώθηκε στους Banshees, παίζοντας κιθάρα, και για ορισμένα χρόνια θα συνιστούσε κανονικό μέλος του συγκροτήματος. Παράλληλα οι δικοί του Cure τους συνόδευαν στις συναυλίες, παίζοντας support. Κάπως έτσι λοιπόν ο Σμιθ βρέθηκε να έχει αποκτήσει διπλό ρόλο, κιθαρίστας στο ένα συγκρότημα, frontman στο άλλο. 

Αυτό σε μια περίοδο που η Siouxsie και η μπάντα της σκοτείνιαζαν όλο και περισσότερο τον ήχο τους – μια εποχή που οι Joy Division είχαν προκαλέσει αίσθηση στους post punk κύκλους, με τον ψυχρό, μινιμαλιστικό τους ήχο και τους βαθιά πεσιμιστικούς τους στίχους, ενώ ο Peter Murphy ξεπρόβαλε, σαν άλλος βρυκόλακας, από το μαύρο φέρετρο της μουσικής βιομηχανίας...




Αριστερά ο Robert Smith, τα μέλη των Cure, δεξιά η Siouxsie. Έτος, 1979.



Τον καιρό που βρισκόταν σε tour με τους Banshees o Smith έγραφε τους στίχους του επόμενου δίσκου των Cure. Το όνομα του ήταν “Seventeen Seconds”. Καμία εταιρεία δεν επενέβη αυτή τη φορά, δεν έγινε η παραμικρή υπόδειξη ως προς το περιεχόμενο. Για πρώτη φορά ο έλεγχος ανήκε αποκλειστικά στον Σμιθ – κάτι που εκμεταλλεύτηκε και με το παραπάνω. Σταδιακά οι Cure γίνονταν όλο και περισσότερο δική του μπάντα, αποτύπωση σε νότες και σε στίχους του δικού του, προσωπικού κόσμου. «Υποτίθεται είχαμε δημοκρατία, μα συχνά εγώ έπαιρνα όλες τις αποφάσεις», είχε πει αργότερα.

Αυτό δεν άρεσε σε όλους, όπως δεν άρεσε και η μουσική κατεύθυνση που φαινόταν να παίρνει το συγκρότημα. Ο πληκτράς Matthew Hartley, μέλος του συγκροτήματος κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του δεύτερου τους δίσκου, παραιτήθηκε λέγοντας «συνειδητοποίησα πως το γκρουπ οδεύει προς μία αυτοκτονική, καταθλιπτική μουσική, κάτι που δε με ενδιέφερε καθόλου». Αυτό, σε συνδυασμό με ένα οργισμένο επεισόδιο σε κάποιο ξενοδοχείο, που συμπεριελάμβανε σπάσιμο άφθονων επίπλων. Ωστόσο άλλοι δεν είχαν την ίδια άποψη. Κατά τη διάρκεια του “Seventeen Seconds” έγινε επίσημα μέλος του συγκροτήματος ο μπασίστας Simon Gallup, το δεύτερο σημαντικότερο μέλος της ιστορίας των Cure.









Ο νέος δίσκος υποδέχεται τη δεκαετία που ξημερώνει με νεφελώδεις διαθέσεις, ομιχλώδεις σαν το εξώφυλλο του. Το “Seventeen Seconds” φαντάζει σαν την κάθοδο σ’ έναν κόσμο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ένα ρευστό τοπίο με χρώματα που σβήνουν υπό τον ήχο της βροχής, μια διαδρομή σ’ ένα ομιχλώδες δάσος χωρίς αρχή και τέλος. Πρόκειται για ένα υποδειγματικό έργο μινιμαλιστικής αισθητικής και ένα από τα ατμοσφαιρικότερα άλμπουμ της εποχής του, ιδανικό για μοναχική ακρόαση τις συννεφιασμένες μέρες του χρόνου. Tα τραγούδια δένουν απόλυτα το ένα με το άλλο, ενώ ορισμένα μουσικά περάσματα ανάμεσα τους είναι ιδανικά για να σε βάλουν στο κατάλληλο κλίμα.

Ο Smith είχε αναφέρει στις επιρροές του τον Nick Drake και τον David Bowie του “Low”. Πρόκειται για δίσκο που πρέπει κάποιος να βιώσει από την αρχή μέχρι το τέλος, ωστόσο αν έπρεπε να ξεχωρίσω ορισμένες στιγμές, εκείνες θα ήταν το ανεβαστικό “Play For Today” (click, ο τέλειος συνδετικός κρίκος μεταξύ των Cure του πρώτου και του δεύτερου δίσκου), τα μυστηριώδη “Secrets” και “At Your House”, το εκπληκτικό “M” (click, ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έγραψαν ποτέ) και, φυσικά, το “Forest(click), το άσμα-σήμα κατατεθέν των Cure εκείνης της περίοδου, ένα ονειρικό τραγούδι και αρχέτυπο της ανώνυμης ακόμα gothic μουσικής σκηνής. Και εσύ, στο μεταξύ, πιάνεις τον εαυτό σου να χάνεται μέσα στον λαβύρινθο των δέντρων του, ανάμεσα σε μονοπάτια που μπλέκονται σαν ιστοί αράχνης, διεισδύοντας ολοένα και βαθύτερα στην ομίχλη και το όνειρο, «again, and again, and again, and again, and again...».










Και αν το “Seventeen Seconds” αφήνει να φανούν ορισμένες αχτίδες φωτός και κάποιες υποψίες χρώματος πίσω από το πέπλο της ομίχλης, ο επόμενος δίσκος των Cure θα τις έσβηνε μεμιάς και θα άφηνε στη θέση τους το γκρίζο, ένα αβάσταχτο γκρίζο που απλώνεται προς ατελείωτες κατευθύνσεις, γύρω σου και μέσα σου, χωρίς την παραμικρή ελπίδα να φανεί ξανά το φως. Ο Robert Smith εισερχόταν ολοένα και περισσότερο σ’ έναν κόσμο υπαρξιστικής αγωνίας και μηδενισμού και το συγκρότημα ήταν ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγράφιζε τις ζοφερές του πινελιές.

Βρισκόμαστε στο έτος 1981 και κυκλοφορεί ο τρίτος δίσκος των Cure. To όνομα του “Faith”. Mη σας ξεγελάει το όνομα όμως, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ δηλωτικό μιας πίστης, μα ακριβώς το αντίθετο. «Είχα αρχίσει να σκέφτομαι πολύ το θέμα του θανάτου», είχε πει ο Σμιθ. «Σκεπτόμουν πόσο εύκολο είναι να τον θεωρούμε κάτι απόμακρο και αφηρημένο, μέχρι εκείνος να κάνει την εμφάνιση του στην πόρτα μας». Ο Σμιθ είχε ξεκινήσει να επισκέπτεται εκκλησίες, ενώ τον ίδιο καιρό η μητέρα του ντράμερ Lol Tolhurst ήταν βαριά άρρωστη, στα πρόθυρα του θανάτου. Ο Σμιθ παρακολουθούσε τον κόσμο στις εκκλησίες που προσευχόταν με κατάνυξη και αφηνόταν σε μια ανώτερη δύναμη, ζηλεύοντας τους. «Συνειδητοποίησα ξαφνικά πως δεν είχα καθόλου πίστη και ένιωσα να τρομάζω με αυτό», είπε.





πηγή



Υπό το συγκεκριμένο κλίμα ηχογραφήθηκε λοιπόν το “Faith”. «Τα περισσότερα τραγούδια προσφέρονται για να κρεμαστείς ακούγοντας τα», είχε πει για το περιεχόμενο του άλμπουμ ο παραγωγός Mike Hedges. Οι κριτικοί τότε αντιμετώπισαν τον δίσκο με αντιφατικά συναισθήματα, ορισμένοι μάλιστα καταδίκασαν τους βαθιά ζοφερούς του τόνους, θεωρώντας τους επιτηδευμένους, «ένα ύφος που έπρεπε να έχει πεθάνει με τους Joy Division», όπως είπε κάποιος. Με το πέρασμα των χρόνων όμως οι κριτικοί είδαν τον δίσκο με διαφορετικό μάτι, επαινώντας την ομορφιά που αναδεικνύεται καταμεσής των καταθλιπτικών του τόνων, θεωρώντας τον ως ένα από τα πλέον υποβαθμισμένα άλμπουμ του συγκροτήματος.

Ωστόσο ο Σμιθ και οι εναπομείναντες δύο Cure (o Lol Tolhurst και ο Simon Gallup) βυθίζονταν όλο και βαθύτερα στη σκοτεινή άβυσσο των υπαρξιακών τους ανησυχιών. Δεν υπήρχε τίποτα το επιτηδευμένο σε όσα έκαναν, κάθε άλλο, θα μπορούσαμε να πούμε πως το “Faith” συνιστά μια απογυμνωμένη εξωτερίκευση βαθιά αληθινών, μέσα στην απόγνωση τους, αισθημάτων. Οι Cure είχαν εισέλθει πλέον για τα καλά σ’ ένα πηγάδι από το οποίο φαινόταν να μην υπάρχει διέξοδος – μονάχα κάθοδος ολοένα και βαθύτερα. Και μαζί με αυτούς οι οπαδοί τους, που εξαπλώνονταν στο βρετανικό underground. Το συγκρότημα που είχε μας έλεγε πως τα «Αγόρια δεν Κλαίνε» δεν υπήρχε πια. Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια οι Cure είχαν μετεξελιχθεί σε ένα βαθιά σκοτεινό και ατμοσφαιρικό σχήμα, μία μουσική έκφραση των βαθύτερων υπαρξιακών ανησυχιών του Ρόμπερτ Σμιθ, απομακρυσμένο πλήρως από τους κανόνες της μουσικής βιομηχανίας.








Να το πούμε αλλιώς, το “Faith” είναι ένας δύσκολος δίσκος. Δε προσφέρεται για άκουσμα όλες τις ώρες, βρίσκεται μίλια μακριά από τους Cure των ραδιοφωνικών χιτ. Εκεί που το “Seventeen Seconds” έδινε έμφαση στο μυστήριο, σ’ εκείνο το πέπλο που καλύπτει την πραγματικοτητα, εγείροντας ακόμα ερωτήματα, στο “Faith” το πέπλο αυτό φαίνεται να έχει πια χαθεί, τα ερωτήματα έχουν απαντηθεί και στη θέση τους ξεπροβάλλει μια αίσθηση αναδυόμενης απελπισίας. 

Το μοναδικό πιασάρικο τραγούδι του άλμπουμ είναι το “Primary(click), ένα τραγούδι που θα χαρακτήριζα πρώτο ξάδερφο του “Play For Today”, και μαζί με το “Doubt(click), οι στιγμές εκείνες του δίσκου που οι Cure ανεβάζουν τους ρυθμούς και παντρεύουν τέλεια το προγενέστερο post punk με το νέο, μαύρο εκείνο στυλ που θα ονομαζόταν “gothic”. Πέραν αυτών το υπόλοιπο άλμπουμ είναι αργό και βαθιά ατμοσφαιρικό,  μελαγχολικά ποιητικό και υπνωτιστικό συνάμα (Other Voices, The Funeral Party). «Τα τραγούδια είχαν μια πτωτική επιρροή πάνω μας, λες και παρασυρόμασταν σ’ έναν στρόβιλο προς τα κάτω», είχε πει ο Σμιθ. «Όσο πιο πολύ τα παίζαμε στα λάιβ, τόσο περισσότερο απελπισμένοι και απομονωμένοι νιώθαμε. Ορισμένες φορές άφηνα τη σκηνή κλαίγοντας».










Η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη. Οι Cure είχαν σταδιακά σχηματίσει το όνομα ενός από τα ζοφερότερα λάιβ συγκροτήματα και ο κόσμος που μαζευόταν στις συναυλίες τους είχε διαμορφώσει μια αντιφατική στάση απέναντι τους – συχνά ξέσπαγαν καυγάδες με το κοινό, ενισχύοντας όλο και περισσότερο την αντισυμβατική εικόνα του σχήματος. Μέσα σ’ όλα είχαν ξεκινήσει και οι καταχρήσεις. Το LSD φαινόταν να παρέχει στον Σμιθ τη διέξοδο σ’ έναν εναλλακτικό, πολύχρωμο κόσμο, ως αντιστάθμισμα στο γκρίζο που έβλεπε παντού γύρω του. Η επαφή με την πραγματικότητα γινόταν προβληματική – σε κάποια φάση το συγκρότημα είχε φτάσει στην Αυστραλία για συναυλίες, μα ο Σμιθ δεν είχε ιδέα πως βρέθηκαν εκεί. Και το γκρίζο σταδιακά έχανε ακόμα και εκείνες τις λιγοστές υποψίες φωτός του. Σύντομα τα πάντα θα βάφονταν μαύρα, μαύρα όσο η βαθύτερη, άναστρη νύχτα.

Λίγο πριν την κάθοδο στην άβυσσο οι Cure θα μας παρέδιδαν ένα από τα πλέον ονειρικά και στοιχειωτικά ταυτόχρονα τραγούδια τους. Ο λόγος για το μαγευτικό “Charlotte Sometimes”, (click), βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε ξεχωριστά ως single. Το συγκεκριμένο κομμάτι συνιστά την τέλεια γέφυρα ανάμεσα στο “Faith” και τον δίσκο που θα ακολουθούσε. 

Και το όνομα του δίσκου: “Pornography”. Βρισκόμαστε στο έτος 1982.









Με το πέρασμα των χρόνων, το “Pornography” καθιερώθηκε ως ένα από τα άλμπουμ-ορόσημα της δεκαετίας του 80 και ένας από τους επιδραστικότερους δίσκους όλων των εποχών. Να το πούμε αλλιώς: To Pornography” δεν ήταν ο δημοφιλέστερος δίσκος των Cure, ούτε εκείνος που θα τους εκτόξευε στο mainstream και θα τους μετέτρεπε σε superstars. Ήταν όμως το άλμπουμ που άσκησε την μεγαλύτερη επιρροή, από όλα όσα κυκλοφόρησαν ποτέ. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως το μουσικό κίνημα που ονομάστηκε “gothic” λίγο-πολύ χρωστάει την ύπαρξη του σε αυτόν και μια χούφτα ακόμα δίσκους, χωρίς τους οποίους πιθανό να μην είχε υπάρξει ποτέ, ή να μην είχε τη μορφή που ξέρουμε.

Και αυτά ενώ ο Robert Smith είχε βυθιστεί πλέον στο απόλυτο σκοτάδι. Στις σκοτεινές, ατμοσφαιρικές διαθέσεις των προηγούμενων δίσκων προστέθηκε θυμός και ωμή, μισάνθρωπη οργή. Ο ήχος έγινε περισσότερο επιθετικός και πρωτόγονος ταυτόχρονα. Τα τύμπανα ηχούν μονότονα, χτυπούν σα σφυριά πάνω στο κεφάλι σου, οι κιθάρες, δυνατότερες από ποτέ, ξεσπούν σε θρήνους, κάθε νότα τους καρφώνεται στο νου σου. Τα μελαγχολικά φωνητικά του Σμιθ έχουν παραχωρήσει τη θέση τους σε μια πρωτοφανή επιθετικότητα. Ελάχιστοι δίσκοι στην ιστορία της μουσικής ξεχειλίζουν με τόση μηδενιστική οργή και απελπισία. Τα πάντα φαίνεται να έχουν παραδοθεί στις δυνάμεις της νύχτας. Η ελπίδα έχει πεθάνει προ πολλού και ο θάνατος κυριαρχεί. “It doesnt matter if we all die”, κάπως έτσι φωνάζει σπαρακτικά ο Σμιθ στο εναρκτήριο “100 Years”, έναν ύμνο βαμμένο στα μαύρα. Ο θάνατος βρίσκεται παντού ολόγυρα μας, σε κάθε μέρος, κάθε στιγμή, κυριεύει τους πάντες και από τη δρεπάνη του δεν υπάρχει διαφυγή.










Η αποτυχία, η απογοήτευση εξωθημένη στα άκρα, το αίσθημα πως οι προσπάθειες είναι καταδικασμένες να αποτύχουν, ένα πάγωμα καθετί όμορφου και ζωντανού μέσα σου, μια διάθεση μίσους απέναντι στον κόσμο που σε εξώθησε μέχρι αυτό το σημείο... 

Kι όμως, η σπαρακτική αυτή κραυγή σου ηχεί σχεδόν λυτρωτικά. Ακούγοντας το “Pornography”, αν βρίσκεσαι στις μαύρες σου, πιθανό να αισθανθείς καλύτερα – λες και έχεις βρει κάποιον καλό φίλο, ο οποίος μοιράζεται μαζί σου σε νότες και ήχους τα βαριά συναισθήματα που σε κατακλύζουν. Ο δίσκος δρα σχεδόν καθαρτικά, μέσα στην απόλυτη μαυρίλα του. «Είχα δύο επιλογές τον καιρό εκείνον», είπε αργότερα ο Σμιθ. «Ή να αυτοκτονήσω, ή να προσπαθήσω να διοχετεύσω όλα αυτά τα συναισθήματα μου στον δίσκο, βγάζοντας τα από μέσα μου». Εκεί που η τέχνη σε λυτρώνει, παρέχοντας ένα παράθυρο στο αδιέξοδο που βρίσκεσαι.

Κάθε στιγμή του “Pornography” είναι μοναδική, ωστόσο επιτρέψτε μου να ξεχωρίσω ως κορυφαίες στιγμές το “100 Years(click), το σπαρακτικό “Cold(click), το καθηλωτικό “Siamese Twins” και, τέλος, το συγκλονιστικό “The Figurehead(click), ένα από τα πλέον σπαραξικάρδια και όμορφα μέσα στην απελπισία τους τραγούδια στην ιστορία της gothic μουσικής. Όσο αφορά το ομότιτλο “Pornography(click) που κλείνει τον δίσκο, πρόκειται για μια κάθοδο σ’ έναν κόσμο μίσους και παράνοιας, ο οποίος όμως κλείνει με μια κραυγή που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε λυτρωτική, μια έσχατη αχτίδα φωτός μες στο σκοτάδι:I must fight this sicknessFind a CURE!”










Και αυτά σε ένα άλμπουμ που ο Σμιθ θεωρούσε πως θα είναι το τελικό τους, καθώς οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη του συγκροτήματος είχαν επιδεινωθεί και δε φαινόταν να υπάρχει οποιαδήποτε προοπτική για τη συνέχεια. «Ήθελα να φτιάξω τον απόλυτο FUCK OFF δίσκο και μετά να αποσυρθώ», είπε ο Σμιθ.

Προς στιγμήν, φάνηκε πως θα γινόταν έτσι ακριβώς. Το ταξίδι των Cure θα τελείωνε εδώ, έχοντας διανύσει την άβυσσο και καταλήγοντας στο μελανότερο σημείο της... Ωστόσο, όπως είπε ο ίδιος o Smith: I must find a cure…” 

Αυτό ακριβώς θα έβρισκε τα επόμενα χρόνια: Τους Cure.

To συγκρότημα θα γεννιόταν εκ νέου από τις στάχτες του, αποδεικνύοντας πως ο θάνατος δε μπορεί παρά να είναι παροδικός, ένα ακόμα αναγκαίο στάδιο της ζωής.



Συνεχίζεται...




Robert Smith - Siouxsie Sioux

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...