expr:content='”” + data:blog.postImageUrl’ property='og:image'/>

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Η Νύχτα που Σκότωσε τη Disco






Ήταν το βράδυ της 12ης Ιουλίου του 1979. Τοποθεσία, το γήπεδο της ομάδας μπέιζμπολ των Chicago White Sox. Στο διάλειμμα του αγώνα μεταξύ των White Sox και των Detroit Tigers, πλήθη κόσμου εξαπολύουν σα φρενιασμένοι δίσκους ντίσκο μουσικής στο κέντροτου γηπέδου. Δεκάδες χιλιάδες στις εξέδρες (συνολικά, πάνω από 50.000 κόσμου) φωνάζουν εκστασιασμένοι, τα μάτια τους πετώντας σπίθες. Οι περισσότεροι δεν είχαν έρθει καν για τον αγώνα, δε τους ενδιέφερε το baseball.

Είχαν έρθει για να δουν τη disco να πεθαίνει και να γελάσουν πάνω από το πτώμα της. Να τη σκοτώσουν οι ίδιοι, να μπήξουν τη ταφόπλακα στο χώμα και να φτύσουν από πάνω.

Ποδοπατημένα βινύλια μαζεύονται στο γρασίδι. Πετούν σαν ιπτάμενοι δίσκοι σε τροχιά καταστροφής. Στο κέντρο, σ' ένα πελώριο κουτί, οι μαζικές συνεισφορές του πλήθους: Δίσκοι στιβαγμένοι σαν άψυχα κορμιά. Κάθε οπαδός που ερχόταν στο γήπεδο φέρνοντας μαζί του από ένα βινύλιο ντίσκο μουσικής, έπαιρνε αυτομάτως φτηνότερο εισιτήριο για το ματς - είχαν μαζευτεί χιλιάδες. Πολλοί δεν είχαν μπορέσει καν να μπούνε μέσα - δε τους χώραγε, και έτσι χιλιάδες επιπρόσθετου κόσμου περιμένε έξω από το στάδιο.









Δύο άνθρωποι έκαναν την εμφάνιση τους, μέσα στις επευφημίες και τις φωνές. Ήταν οι διάσημοι ραδιοφωνικοί παραγωγοί Steve Dahl και Garry Meier. Το πλήθος άρχισε να φωνάζει ρυθμικά "DISCO SUCKS-DISCO SUCKS" και οι παραγωγοί λούστηκαν στις ιαχές, καλώντας τον κόσμο να φωνάξει δυνατότερα. Στο κουτί, μαζί με τα βινύλια, είχε μπει μια σειρά από εκρηκτικά. Ο Steve Dahl έθεσε σ' ενέργεια τον μηχανισμό.

Μια πελώρια έκρηξη. Μια φωτιά. Τα μάτια του πλήθους έλαμψαν στις φλόγες. Ο κόσμος ξεχύθηκε απ' τις κερκίδες, έτρεξε κατά χιλιάδες μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Οι αστυνομικές δυνάμεις μάταια προσπάθησαν να τους αποτρέψουν. Στον χώρο του γηπέδου, πάνω στο γρασίδι, είχε δημιουργηθεί μια πελώρια τρύπα από την έκρηξη. Άδεια, σαν τα βλέμματα του εκστασιασμένου όχλου.

Η συνέχεια του αγώνα αναβλήθηκε και το περιστατικό έμεινε στην ιστορία ως "Disco Demolition Night" - η νύχτα που σκότωσε τη Ντίσκο.







H άνοδος και πτώση του φαινομένου της Ντίσκο



Αντίστοιχο συσσωρευμένο ξέσπασμα μίσους δε πρέπει να έχει υπάρξει ξανά στα χρονικά της μουσικής, εκτοξευόμενο όχι απέναντι σε κάποιον συγκεκριμένο μουσικό ή συγκρότημα, μα σ' ένα ολόκληρο μουσικό ιδίωμα. Αυτό για όσους νομίζουν πως η ιστορία της Ντίσκο ήταν μια ιστορία πολύχρωμη, ανέμελη και χαρούμενη, φανταχτερή και λαμπερή όπως οι ντισκομπάλες. Κάθε άλλο - η κουλτούρα της Ντίσκο αγαπήθηκε παράφορα, μα και μισήθηκε εξίσου έντονα. Μεγαλύτεροι εχθροί της εκείνοι οι οπαδοί της Ροκ, που έβλεπαν την αγαπημένη τους μουσική να παραγκωνίζεται στις προτιμήσεις του κόσμου και στις κορυφές των charts, μα και σημαντική μερίδα των συντηρητικών αμερικανών που αισθάνονταν πως απειλούνταν οι αξίες τους - και αυτοί οι τελευταίοι είναι πάντα επικίνδυνοι.

Τα χρόνια ανάμεσα στο 1976 και το 1979 είδαν τη Ντίσκο να μετατρέπεται σε πολιτισμικό φαινόμενο, ενδυματολογικό στυλ, τρόπο διασκέδασης, κίνησης, χορού. Η σαρωτική επιτυχία της ταινίας "Saturday Night Fever", η εκτόξευση της χορευτικής φιγούρας του Travolta στις συνειδήσεις του κόσμου, οι αδιάκοπες επιτυχίες των Bee Gees, της Donna Summer, της Gloria Gaynor και των λοιπών (μαύρων, στην πλειοψηφία τους) σουπερστάρ, η ανάδειξη των Ντισκοτέκ στο επίκεντρο της ζωής της νύχτας... μα και οι έκλυτοι ρυθμοί διασκέδασης, η πλήρης απελευθέρωση κάθε ηθικού φραγμού, η ελεύθερη σεξουαλικότητα και ο ηδονισμός που προωθούσε στο έπακρο το νέο εκείνο στυλ - αυτό δεν άρεσε στους πάντες.



Donna Summer



Ακόμα περισσότερο δεν άρεσε το γεγονός πως στο επίκεντρο του νέου αυτού μουσικού κινήματος βρίσκονταν οι μειονότες των αφροαμερικάνων, των λατίνων, μα και - το πιο τρομακτικό όλων - των γκέι.

Οι αφροαμερικάνοι υπήρξαν οι γεννήτορες, οι δημιουργοί και οι σημαντικότεροι εκφραστές σε μουσικό επίπεδο - η Disco ήταν επίγονος της μαύρης Funk και Soul των 70's, εμποτισμένη με τον αρχέγονο εκείνο χορευτικό ρυθμό που συνιστά σήμα κατατεθέν της μαύρης μουσικής, πηγαίνοντας πίσω στις ρίζες του χρόνου, φτάνοντας ως τα πρώτα υπνωτιστικά κρουστά της Αφρικής... Η Ντίσκο συνιστούσε προέκταση της μαύρης κουλτούρας, ενταγμένης πλέον στο mainstream, όχι πολεμώντας το όπως γινόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια. Και όπως είχε γίνει τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν (με τη τζαζ, με τα blues, με το rock 'n roll), η μουσική αυτή και ο τρόπος ζωής που πρόβαλλε θεωρήθηκαν παρακμιακά από τη μερίδα εκείνη των συντηρητικών ηθικολόγων, που φοβούνταν για την κατάπτωση των ηθών της κοινωνίας.

Η διάχυτη σεξουαλικότητα, η προβολή του ελεύθερου σεξ, τα "όργια" στις ντισκοτέκ (τόσο τα αληθινά, όσο και εκείνα που φαντάζονταν οι πολέμιοι της), μα και η χρήση ναρκωτικών (κυρίως της κοκαϊνης, που ταυτίστηκε με το νέο lifestyle) έκαναν χειρότερα τα πράγματα. "Η αίθουσα των επισήμων του Studio 54 θα έκανε τα Σόδομα και τα Γόμορα να μοιάζουν με νηπιαγωγείο", είχε πει ένας Dj που εργαζόταν στο Studio 54 – τη διασημότερη Ντισκοτέκ των καιρών. Όσο αφορά τους γκέι, είχαν βρει σε αυτή τη μουσική ένα στυλ που τους εξέφραζε και η αμφιλεγόμενη εικόνα συγκροτημάτων όπως οι Village People έκανε ακόμα χειρότερα τα πράγματα - πολλοί ήταν οι γονείς που φοβήθηκαν μήπως τα παιδιά τους αποκτήσουν "λανθασμένα πρότυπα".





από το "Studio 54"



Όσο αφορά μια σημαντική μερίδα των οπαδών της παραδοσιακής Ροκ, αυτοί έβραζαν στο ζουμί τους. Έβρισκαν τη μουσική επιφανειακή, στερημένη νοήματος, αδύναμη τεχνικά, ενώ οι ανερχόμενοι τα χρόνια εκείνα Punks ενοχλούνταν από τη μαζική αποδοχή της, το mainstream στοιχείο της - το γεγονός πως η Ντίσκο συνιστούσε όαση ελευθερίας και χορευτικής έκφρασης για τις έγχρωμες μειονότητες του τόπου ήταν κάτι που τους άφηνε αδιάφορους. Για τους οπαδούς της Punk, ένα είδος μαύρης μουσικής των καιρών ήταν αποδεκτό, και αυτό υπήρξε η Reggae - εξαιτίας του αντικομφορμιστικού της στυλ. Μάλιστα στην απονομή των βραβείων Grammy του 1979, λίγο καιρό πριν το μοιραίο βράδυ που περιγράψαμε, η Disco είχε θριαμβεύσει, σε βάρος της Ροκ, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι μουσικοί της ροκ και εναλλακτικής σκηνής που είχαν αρχίσει να ενσωματώνουν στοιχεία από το νέο στυλ στον ήχο τους - ανάμεσα τους οι E.L.O., o David Bowie, oι Pink Floyd και οι Blondie.

Και αν οι μουσικοί αποδεικνύονταν περισσότερο ανοιχτόμυαλοι οι ίδιοι, οι ίδιες οι δισκογραφικές εταιρίες της ροκ μουσικής δε μπορούσαν να το ανεχτούν αυτό... Η ντίσκο έπρεπε να πέσει, αλλιώς η Ροκ θα πέθαινε στα χέρια της. Παραγωγοί όπως ο Steve Dahl άρχισαν να προωθούν καμπάνιες ενάντια στη Disco, ενώ το σύνθημα "Disco Sucks" έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα των καιρών.

Τα γεγονόταν άρχισαν να διαδέχονται το ένα το άλλο. Στο Seattle, για παράδειγμα, εκατοντάδες οπαδοί της ροκ επιτέθηκαν σε μια ντισκοτέκ (μη με ρωτάτε ποιός νίκησε, ο εξαγριωμένος όχλος ή το κτίριο), ενώ στο Portland ένας Dj κατέστρεψε με ένα... ηλεκτρικό πριόνι (!) δίσκους disco και χιλιάδες πλήθους τον επευφημούσαν...

Το αποκορύφωμα όλων υπήρξε η Νύχτα που περιγράψαμε πάνω. Ένα περιστατικό που μας επαναφέρει, κυριολεκτικά, στις μέρες του Μεσαίωνα, ή, αν προτιμάτε κάτι περισσότερο πρόσφατο, στα μαζικά καψίματα των ναζί, ή στις εξεγέρσεις των θρησκόπληκτων.









Μ' αυτά και μ' αυτά όμως, οι μαζικές αντιδράσεις του πλήθους απέδωσαν καρπούς. Λίγο καιρό μετά, η Disco στις ΗΠΑ είχε πια πεθάνει. Παραφράζοντας το Νίτσε: "Η Ντίσκο πέθανε, η Ντίσκο είναι νεκρή! Τη σκοτώσαμε - εμείς όλοι τη σκοτώσαμε!". Οι ντισκοτέκ άρχισαν να κλείνουν η μία μετά την άλλη, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί έκαναν μποϊκοτάζ, μη προωθώντας άλλο ντίσκο μουσικούς, ενώ οι δισκογραφικές εταιρίες έριξαν όλο τους το βάρος σε άλλα μουσικά ιδιώματα.

Ο τελευταίος παράγοντας υπήρξε και ο πλέον καθοριστικός - τα οικονομικά συμφέροντα. Η ντίσκο έπαψε να είναι "ιν" και χρειαζόταν να βρεθεί αντικαταστάτης. Λίγα χρόνια μετά θα γινόντουσαν της μόδας τα συγκροτήματα της σκληρής ροκ, κυρίως εκείνα του χώρου του Glam/Hair Metal. Η νεολαία θα έβρισκε νέα μουσικά πρότυπα, οι γονείς για άλλη μια φορά θα φοβόντουσαν για τα παιδιά τους, και οι συντηρητικοί θα έτρεμαν ξανά για την "κατάπτωση των ηθών" της νέας μουσικής.

Μέχρι που, στα τέλη των 80's, το Glam Metal έπαψε να είναι επικερδές... Οι δισκογραφικές εταιρίες έπρεπε να βρουν ένα νέο ήρωα, και τον βρήκαν στο πρόσωπο ενός ανήσυχου μουσικού, με σκισμένα τζιν και ατιμέλητο look... Το όνομα του Kurt Cobain. Η ιστορία αλλάζει πρόσωπα, μα πόσο ίδια μένει.



από το "Studio 54" - διακρίνουμε τον Michael Jackson



Όσο αφορά τη Disco... Τα χρόνια πέρασαν, ο πυρετός του Σαββατόβραδου έσβησε, μα η κληρονομιά της έμεινε. Κατά τη διάρκεια της δεκετίας του 80 αναβίωσε στην Ευρώπη με νέα μορφή, λιγότερο funky και περισσότερο ηλεκτρονική (κάτι φυσικό, καθώς απουσίαζε το μαύρο στοιχείο στη διαμόρφωση της), ένα στυλ που καθιερώθηκε κυρίως με το όνομα "Italo-Disco", ή "Euro-Pop". Πολλοί από εμάς γνωρίσαμε τη Disco από την ευρωπαϊκή αυτή μεταμόρφωση της. Και σήμερα, δεκαετίες μετά τη "Νύχτα που τη Σκότωσε", η Disco παραμένει αγαπητή σε όλους εκείνους τους νεότερους που την ανακαλύπτουν, ξανά απ' την αρχή, και αφήνονται στους τρελά κολλητικούς ρυθμούς της. Μεταξύ των οποίων και πλήθη οπαδών της ροκ και μέταλ μουσικής, οι οποίοι σίγουρα θα απορούσαν κοιτάζοντας πίσω, βλέποντας το μίσος που είχε συσσωρευτεί και τις αντιδράσεις που προκάλεσε. Η Disco πέθανε, μα όσο έζησε χάραξε το όνομα της με ανεξίτηλα γράμματα στο Χρυσό Βιβλίο της Μουσικής.

Ό,τι και να λέμε. Ελάχιστες εμπνεύσεις του ανθρώπου, καθ' όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, φέρουν μέσα τους τόση δύναμη χορευτικής ενέργειας και απελευθέρωσης, όσο η συγκεκριμένη μουσική. 







1 σχόλιο:

  1. καλώς σε βρήκα κι εδώ.. πολύ ωραίο κι αυτό το μπλογκ σου.. ωραίος κι ο τίτλος του! τα λεμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...