Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Blues Rock. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Blues Rock. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Lucille: Η Προσωπική Αφήγηση μιας Κιθάρας





Γεια σας. Ονομάζομαι Λουσίλ. Είμαι μια γυναίκα διαφορετική από τις άλλες – ή έτσι συνήθιζε να λέει ο βασιλιάς μου (όπως τον αποκαλούσα χαριτολογώντας). Κι εγώ τον πίστευα, λάμποντας ολόκληρη από περηφάνια. Τα λόγια που ακολουθούν συνιστούν την προσωπική μου εξομολόγηση. 

Χρειάστηκε μέρες για να κατορθώσω να αποτυπώσω γραπτώς εκείνα ακριβώς που αισθάνομαι – ξέρω πως άργησα, ξέρω πως ήδη έχουν ειπωθεί πολλά. Μα δεν είναι εύκολο να γράφεις όταν έχεις χάσει τον άνθρωπο που έδινε νόημα και χρώμα στη ζωή σου. Τον άνθρωπο που σε άγγιζε όπως κανείς άλλος δεν μπορούσε να σ’ αγγίξει. Τον άνθρωπο που ήξερε ποιες ήταν οι δυνάμεις και ποιες οι αδυναμίες σου – μα κατόρθωνε πάντα να δώσει διέξοδο στις πρώτες, ενθαρρύνοντας ό,τι καλύτερο υπήρχε μέσα σου. Τον άνθρωπο με τον οποίο σχηματίσαμε ένα αχτύπητο ταίρι για δεκαετίες ολόκληρες. Μισόν αιώνα. Τόσες αναμνήσεις.

Τον άνθρωπο που σου χάρισε το όνομά σου.

Μα τώρα δεν είναι πια εδώ. Ο βασιλιάς μου έφυγε. Εκείνος που με αγάπησε όσο καμία άλλη. “The Thrill is Gone”, όπως συνηθίζαμε να τραγουδάμε παρέα. Εκείνος με την ευθεία, μεστή σε συναίσθημα φωνή του. Κι εγώ με τους ήχους που ανέδυα, δονούμενη στα χέρια του, σκορπώντας ηλεκτρικές σπίθες απόλαυσης.






Θυμάμαι υπήρξαν στιγμές που έπιανε το μικρόφωνο, αντί για μένα. Τραγουδούσε χωρίς να έχει ανάγκη τη συνοδεία μου, τον ήχο της φωνής μου. Είχε κατά νου τον Ray Charles ή τον αγαπημένο του, Frank Sinatra. Ήθελε ίσως να τραγουδήσει σαν αυτούς. Πόσο ζήλευα! Πόσο με ενοχλούσε όταν με έκανε έτσι απερίφραστα στην άκρη! “Με χρειάζεσαι!”, του έλεγα. “Έχεις ανάγκη τη συνοδεία της φωνής μου, της δύναμης που εγώ μόνο μπορώ να σου παρέχω!”. Έτσι μουρμούριζα, η γκρινιάρα, κι αυτός γελούσε. “Αχ, Λουσίλ”, μου έλεγε. “Ήταν για ένα-δυο τραγούδια μόνο. Αφού ξέρεις πως εσύ είσαι το παν για μένα”. Μα εγώ έκανα μούτρα.

Μέχρι που με έπιανε ξανά, με εκείνο τον τόσο χαρακτηριστικό του τρόπο. Τ’ ακροδάχτυλα του εξερευνούσαν τρυφερά κάθε πτυχή της επιφάνειάς μου. Και, για δες, κάθε του άγγιγμα έκανε να ξεπροβάλλει ένα μικροσκοπικό βογγητό από μέσα μου. Πώς να περιγράψω καλύτερα αυτή την υπέροχη, τη μοναδική, την παραδεισένια αίσθηση; Με άγγιζε παρατεταμένα και τα βογγητά γίνονταν μακρόσυρτα, μετατρέπονταν σε νότες. Οι νότες σε μελωδίες. Η επικοινωνία μας ζωγράφιζε πεντάγραμμα. Δεν ήταν μουσική αυτό. Ήταν ο έρωτάς μας πάνω στη σκηνή.

Έτσι ένιωθα τουλάχιστον. Τον κοιτούσα για να διαπιστώσω αν αισθάνεται το ίδιο – στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη μια έκφραση άφατης αγαλλίασης. Ο βασιλιάς μου απολάμβανε κάθε στιγμή! Και έτσι τραγουδούσαμε παρέα. Και έτσι ζωγραφίζαμε με τα ηχοχρώματα του έρωτά μας, σκορπώντας αποχρώσεις μουσικής ηδονής. Και αν υπήρξαμε πολλές όλα αυτά τα χρόνια – στην ουσία ήμουν πάντα εγώ, η ίδια. Η Lucille. H γυναίκα για την οποία έγραψε μάλιστα ένα από τα διαχρονικότερα τραγούδια του.

Ήταν καταχείμωνο, θυμάμαι, του 1949. Δύσκολη εποχή για να’ ναι κάποιος μαύρος μουσικός – μα τι θα ήταν όλη η μουσική που ακούγεται σήμερα, αν δεν είχαν υπάρξει τα φτωχά εκείνα μαυράκια από τον αμερικάνικο Νότο, το Σικάγο ή τη Νέα Υόρκη, που αποφάσισαν να ακολουθήσουν τους δύσβατους δρόμους της καρδιάς τους. Τους δρόμους που χάραξαν τα Blues.






Τέτοιος ήταν και ο βασιλιάς μου. Δεν ήμασταν καιρό μαζί – ήταν ακόμα ένα νεαρό, σχεδόν αμούστακο παλικαράκι και εγώ δεν είχα ακόμα όνομα. Κρύα νύχτα, ο αέρας έπνιγε τις νότες μας. Μα στο μπαρ εκείνο του Arkansas υπήρχε κάποια ζεστασιά. Λίγο η μουσική, λίγο ο κόσμος – λίγο εκείνα τα βαρέλια με κηροζίνη, που έκαιγαν στο πλάι, σκορπώντας εκφοβιστικές σκιές πάνω στους τοίχους. Ήταν μια μυστήρια βραδιά, αν μη τι άλλο. Από εκείνες που αισθάνεσαι πως προμηνύουνε κακό.

Κάποια στιγμή ξέσπασε ο καβγάς – ο καβγάς που έμελλε να μεταμορφώσει τη ζωή μου. Δύο άντρες άρχισαν να λογομαχούν πολύ δυνατά και το θέμα της διαφωνίας τους ήταν… μια γυναίκα. Αχ. Πόσες φορές το έχουμε δει να γίνεται αυτό. Υπό διαφορετικές συνθήκες κανείς δεν θα έδινε σπουδαία σημασία – καβγάδες σε τέτοια μπαρ ξεσπούνε κάθε μέρα, μια παραπανίσια δόση από ουίσκι πολλές φορές αρκεί. Μα οι συγκεκριμένοι άντρες σύντομα πιάστηκαν στα χέρια. Κάποιοι τύποι προσπάθησαν να τους χωρίσουν, μα χωρίς αντίκρισμα. Θυμάμαι το πρόσωπο του βασιλιά μου, να κοιτάζει με απορία. Ήθελε απλά να παίξει μουσική. Μα τα πράγματα σύντομα χειροτέρεψαν.

Ένα από τα βαρέλια με την κηροζίνη έπεσε κάτω. Μεμιάς το πάτωμα φλογίστηκε, σκορπώντας μια εκτυφλωτική, τρομακτική λάμψη, όμοια με φωτιά της κόλασης. Το μπαρ είχε τυλιχτεί ολάκερο στις φλόγες! Όπως όπως προσπαθούσε ο κόσμος να βγει έξω, να σωθεί. Και εγώ παρατηρούσα με αγωνία από τη θέση μου, τα μάτια μου θολά, οι αισθήσεις μου κοκαλωμένες. Αλίμονο, δεν μπορούσα να κινηθώ! Ήμουν μια κιθάρα! Και ίδρωνα και έκαιγα και προσπαθούσα να φωνάξω “βοήθεια”, μα φωνή δεν έβγαινε. Αχ, και αν φώναζα, ποιος θα με άκουγε στην πυρακτωμένη αυτή κόλαση;






Οι φλόγες πλησίασαν το σώμα μου. Τις έβλεπα να ξετυλίγουν τα σιχαμερά, τα εφιαλτικά τους δάχτυλα πάνω στην καυτή μου επιφάνεια. Το τέλος πλησίαζε. Δεν ήθελα να γίνει έτσι, όχι, δεν ήθελα. Μα ποιος θέλει να πεθάνει – με οποιονδήποτε τρόπο.

Τότε ένα χέρι άρπαξε το μπράτσο μου. Με έσφιξε γερά, καθησυχαστικά. Μισοπαράλυτη, μισολιπόθυμη, έστρεψα το βλέμμα πάνω του, μέσα στη θολούρα. Ήταν εκείνος – ο βασιλιάς μου! Είχε έρθει πίσω να με σώσει!

Το μαγαζί έγινε στάχτη. Δύο άνθρωποι νεκροί. Και εμείς ήμασταν πια έξω, στο κρύο – την ασφάλεια. Έμαθα πως ο σωτήρας μου είχε βγει αρχικά απ’ το μαγαζί, μαζί με όλο τον κόσμο… μα έπειτα μπήκε πάλι μέσα, αναζητώντας με. Εμένα! Αψήφησε τον κίνδυνο και εισέβαλε στην καρδιά της κόλασης, επιθυμώντας να με βγάλει έξω αλώβητη. Εμένα… την πολυτιμότερή του. Ο κουτός… Ο κουτός…

Και όλα ξεκίνησαν από έναν καβγά για μια γυναίκα. Αξίζουμε λοιπόν τέτοια; Είναι τόση λοιπόν η χάρη μας; Μαντέψτε λοιπόν πως ονομαζόταν η γυναίκα αυτή, για την οποία χύθηκε αίμα και έπεσαν κορμιά…

Πολύ σωστά. Ονομαζόταν Λουσίλ.






Έτσι αποφάσισε λοιπόν και ο αφέντης μου να με ονομάσει Λουσίλ. Lucille. Σε ανάμνηση της βραδιάς εκείνης που με έσωσε, μου παραχώρησε το όνομα κάποιας άγνωστης γυναίκας. Το όνομα που δόξασε μαζί μου. Κι εγώ δεν μπορούσα παρά να ανταποδώσω. Έπρεπε να του προσφέρω ό,τι καλύτερο μπορούσα. Εκείνο για το οποίο γεννήθηκα, εκείνο για το οποίο κόντεψε να θυσιάσει τη ζωή του. Τη μελωδία μου, τις νότες μου, τη φωνή μου. Να βάλω τα δυνατά μου. Να δημιουργήσουμε μαζί κάτι που θα ξεπερνούσε τον χρόνο τον ίδιο, έναν ήχο, μια αίσθηση. Να σμιλέψουμε μελωδίες μιας μουσικής αθάνατης.

Έτσι κάναμε λοιπόν… Παρέα, οι δυο μας, δημιουργήσαμε. Για δεκαετίες και δεκαετίες. Εκτοξεύσαμε τα Blues σε μια άλλη διάσταση. Γίναμε σύμβολα της μουσικής αυτής. Και εκείνος, από Αγόρι των Blues (Blues Boy, aka B.B.), έγινε Βασιλιάς τους.

Ήταν ο δικός μου βασιλιάς. Ο μόνος που αγάπησα ποτέ. Και αν έχει πια φύγει, οι μελωδίες που συνθέσαμε μαζί ξέρω πως θα μείνουν. Τα Blues γεννήθηκαν για να είναι ωμά, αληθινά, αισθαντικά, ατόφια, γνήσια. Εσύ ήσουν που ανέδειξες όλα αυτά τα στοιχεία από μέσα μου. Σε ευχαριστώ, B.B. King.


Πάντα δική σου. Lucille



B.B. King. 1925-2015. Always a King of the Blues. 



Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Ο Eric Clapton, o John Mayall και η γέννηση του Blues Rock





«Σεξ. Όταν είναι καλό, είναι πάρα, πάρα πολύ καλό. Όταν είναι κακό, και τότε ακόμα έχει τη φάση του. Και αυτή είναι η αίσθηση του να ακούς τον Eric Clapton».



Tα λόγια είναι του κιθαρίστα Tom McGuinness, γνωστού από τους Manfred Mann. Όσο αφορά τον Eric Clapton; Ο λόγος για τον άνθρωπο το όνομα του οποίου συχνά δέσποζε στους τοίχους του Λονδίνου, ανάμεσα σε γκράφιτι, αφίσες και συνθήματα, εκεί, στα χρόνια της δεκαετίας του 60. Υπήρξε μάλιστα ένα σύνθημα πολύ διαδεδομένο στην Αγγλία τον καιρό εκείνο, που πιθανό να είχε κάνει αρκετό κόσμο να απορήσει, βλέποντας το να γυροφέρνει από τοίχο σε τοίχο. Μα αν ο κόσμος απορούσε, ήταν σίγουρα γιατί δεν ήξερε – μπορούμε να κατανοήσουμε και να συγχωρέσουμε την άγνοιά του λοιπόν.

Το σύνθημα ήταν: “Clapton Is God”. Τρεις λέξεις που είχαν φτάσει σχεδόν να γίνουν σλόγκαν και, με τον δικό τους τρόπο, χάραξαν την εποχή τους, όπως αντίστοιχα τη χάραξαν οι χαρακτηριστικές νότες που εξαπολύονταν από την Gibson Les Paul κιθάρα του νεαρού Έρικ. Νότες σε ρυθμούς φευγάτους, ραντισμένες από πάνω μέχρι κάτω με τα blues. Ήταν ο ήχος που τράβηξε τότε την προσοχή ενός άλλου νεαρού, αρχηγού μπάντας, του John Mayall. Ο Mάγιαλ προσκάλεσε τον Clapton στη μπάντα του και ηχογράφησαν μαζί έναν δίσκο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής της δεκαετίας του 60 – και ο δίσκος εκείνος που θα εκτόξευε το φαινόμενο του Blues Rock πέρα ως τον ορίζοντα, ηλεκτρίζοντας τα σύννεφα και σκορπώντας κεραυνούς μουσικής ηδονής. Εκεί που οι νότες έσμιξαν με τον ηλεκτρισμό – ναι, ήταν μια μορφή σεξ αυτό το πράγμα.








Τόσο ο Clapton, όσο και ο John Mayall, έφεραν πίσω τους μερικά χρόνια μουσικού ψαξίματος και αναζήτησης. Κιθαρίστας ο πρώτος, κιμπορντίστας και τραγουδιστής ο δεύτερος, μα και παίχτης φυσαρμόνικας και κιθαρίστας με τη σειρά του. Ανήκαν αμφότεροι σε εκείνη τη γενιά των νεαρών Βρετανών της μεσαίας αστικής τάξης, που κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 60 είχαν ανακαλύψει μια μουσική ερχόμενη από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, δια μέσω των μαύρων αντιπροσώπων της. Ο λόγος για τα Blues. Μουσικοί όπως ο Sonny Boy Williamson, o J.B. Lenoir, o Jesse Fuller και ο Muddy Waters, ήχοι παραπονιάρικοι και συνάμα προκλητικοί, προερχόμενοι από ετερόκλητες περιοχές των ΗΠΑ όπως το Σικάγο και οι πολιτείες του Νότου, ένα εξίσου ετερόκλητο πάντρεμα μιας μουσικής παράδοσης με βάθος δεκαετιών (φτάνοντας ως τον 19ο αιώνα) και της σύγχρονης τεχνολογίας από την άλλη.

Τα Blues έφεραν στις αποσκευές τους ήδη μια πλούσια και αμφιλεγόμενη ιστορία, ραντισμένη στο ουίσκι και την πρόκληση. Ήταν μια αμιγώς μαύρη μουσική, ιδανική για να ταρακουνήσει τις εφησυχασμένες, καλοβαλμένες λευκές τάξεις των ΗΠΑ από τον ύπνο τους. Η μουσική αυτή είχε ήδη εξηλεκτρίσει τον ήχο της, στα χρόνια της δεκαετίας του 40 και του 50, και είχε ποτίσει με σπέρμα το νεογέννητο, τότε, ροκ εν ρολ. Ήταν ο καιρός για το επόμενο βήμα.

Το βήμα αυτό έγινε όταν οι μαύροι εκπρόσωποι των Blues παρουσίασαν ζωντανά τη μουσική τους μπροστά στο βρετανικό κοινό. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 60, σε μια χώρα που σύντομα θα γνώριζε την έκρηξη του ποπ φαινομένου των Beatles – και των υστερικών κοριτσιών που ούρλιαζαν, τραβώντας τις κοτσίδες τους. Μα αν οι Beatles αφύπνιζαν απαγορευμένες σεξουαλικές ενορμήσεις στα έφηβα κορίτσια της Αγγλίας, τα Blues το έκαναν αυτό, με τον δικό τους τρόπο, εδώ και πολλά χρόνια. Και ο δικός τους τρόπος ήταν πολύ περισσότερο άμεσος και βρώμικος. Δεν ήταν έρωτας. Ήταν σεξ. Ήταν ο τρόπος που θα συνέπαιρνε τον κόσμο που ανακάλυψε τα Blues, την εποχή εκείνη. Ήταν η τραχιά εκείνη ωμότητα και το αγνό συναίσθημά που τόσο εντυπωσίασε νέους και φιλόδοξους Βρετανούς μουσικούς, όπως ο Jimmy Page, o Eric Burdon, τα μέλη των Rolling Stones και φυσικά τον John Mayall – και τον Eric Clapton.








Κάπως έτσι τα μπλουζ πέρασαν από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη – από τους μαύρους στους λευκούς και από το περιθώριο στο επίκεντρο. Κάπως έτσι ξεκίνησε μία από τις χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις της περίφημης “British Invasion” – της «Βρετανικής Εισβολής», όπως ονομάστηκε. Όταν η μουσική που δημιούργησαν, με τη σειρά τους, οι νέοι που αναφέραμε και πολλοί άλλοι σαν αυτούς, διέσχισε για άλλη μια φορά τον Ατλαντικό και έφτασε στις ΗΠΑ, την πατρίδα που τη γέννησε – μεταμορφωμένη και ανανεωμένη. Τότε που τα βρετανικά συγκροτήματα των καιρών ζωγράφισαν τα δικά τους ηχοχρώματα στον μουσικό ορίζοντα της εποχής, χαράζοντας όχι μόνο τη δεκαετία του 60 – μα τη μουσική ιστορία στο σύνολο της.

Να το πούμε απλά: Χωρίς τα αμερικανικά Blues των μαύρων δεν θα είχε υπάρξει η ροκ μουσική των 60’s.

Ας επιστρέψουμε στους πρωταγωνιστές της σημερινής μας ιστορίας. Ο John Mayall είχε ήδη ηχογραφήσει έναν δίσκο, μα γύρευε το κάτι παραπάνω για την επόμενη δουλειά του. Τότε ήταν που άκουσε μία ηχογράφηση του βρετανικού συγκροτήματος των Yardbirds – ήταν το τραγούδι “I Aint Got You” (κλικ). Στο συγκρότημα κιθάρα έπαιζε ο Eric Clapton. Ο Mayall εντυπωσιάστηκε από την τεχνική του Κλάπτον. Ο Κλάπτον, με τη σειρά του, είχε απογοητευτεί με τον αυξανόμενο ποπ προσανατολισμό που έπαιρνε η μπάντα του – γούσταρε την ωμή τραχύτητα των Blues, σε αυτά είχε παραδώσει την ψυχή του, όπως ο προκάτοχος του Robert Johnson στον διάβολο. Κάπως έτσι ο Κλάπτον εγκατέλειψε τους Yardbirds – και έπειτα από ορισμένες αναζητήσεις ένωσε τη δύναμη του με εκείνη του John Mayall. Ήταν πια καιρός να γραφτεί μουσική ιστορία – και δεν υπερβάλλουμε καθόλου.








Το άλμπουμ John Mayall and the Blues Breakers with Eric Clapton κυκλοφόρησε το 1966 – λίγο καιρό μετά ήταν που άρχισαν να εμφανίζονται τα συνθήματα που αναφέραμε, στους τοίχους του Λονδίνου, με τη χαρακτηριστική φράση – “Clapton Is God”. Πέραν των δυο τους, οι Blues Breakers απαρτίζονταν από τον μπασίστα John McVie, ο οποίος λίγο καιρό μετά (με τον διάδοχο του Clapton στο συγκρότημα, Peter Green) θα σχημάτιζαν το πασίγνωστο γκρουπ των Fleetwood Mac. Στα ντραμς των Blues Breakers ήταν ο Hughie Flint.

Η τετράδα θα παρέδιδε μια σειρά από τραγούδια και ορχηστρικά, που θα ανήκαν στα επιδραστικότερα της εποχής τους – είχαν υπάρξει αρκετά άλμπουμ της βρετανικής σκηνής τα περασμένα χρόνια που ενσωμάτωναν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στοιχεία από τα Blues, μα ήταν ο συγκεκριμένος δίσκος που καθιέρωσε το φαινόμενο του νεογέννητου, τότε, κύματος του βρετανικού Blues Rock. Η συνέχεια θα ήταν κατακλυσμιαία, κυριολεκτικά. Μα ανάμεσα στις κομβικές στιγμές αυτής της μουσικής, καμία δεν ήταν τόσο κομβική όσο αυτός εδώ ο δίσκος του 1966.

Ξεχείλιζε φοβερή μουσική, απλά. Και αν είχε τις περισσότερο «πιασάρικες» και «ποπ» στιγμές του, δεν ήταν εκείνο το στοιχείο που τον χαρακτήριζε – Όχι, ήταν τα Blues. Μόνο τα Blues, στην πιο ηλεκτρική μορφή που είχε ακούσει ο κόσμος μέχρι τότε. Η κιθάρα του Έρικ Κλάπτον, η περίφημη Gibson Les Paul έμεινε στην ιστορία, όπως επίσης η χαρακτηριστική παραμόρφωση του ήχου της, από έναν ενισχυτή Marshall. Κανείς δεν είχε ακουστεί έτσι, ως τότε – μα λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία αυτού του δίσκου, λίγους μόνο μήνες μετά τα μουσικά πειράματα του Κλάπτον – όλοι οι κιθαρίστες στη Βρετανία δοκίμαζαν το ίδιο.







Ο δίσκος κυριολεκτικά παραδίδει έναν επιβλητικό φόρο τιμής στα αυθεντικά Blues μουσικών όπως ο Buddy Guy και ο Freddie King – μα μένοντας πιστός στις επιρροές του, πηγαίνει ακόμα παραπέρα. Η κιθάρα του Κλάπτον δεν εμφανίζεται συνέχεια – σε σημεία είναι η φυσαρμόνικα του Mayall εκείνη που ξεχωρίζει. Μα όταν ο μικρός θεός Eric αποφασίζει να ηλεκτρίσει την ατμόσφαιρα, το αποτέλεσμα είναι μοναδικό. Όσο αφορά το χαρακτηριστικό εξώφυλλο του δίσκου, με τον Eric να διαβάζει το παιδικό κόμικ “Beano”; (επειδή, όπως είχε πει, αισθανόταν κάπως «μη-συνεργάσιμος» κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης). Το εξώφυλλο ήταν αφορμή ο δίσκος να καταξιωθεί στη σκέψη πολύ κόσμου ως “The Beano Album”.

Η συνέχεια θα ήταν γεμάτη μουσική, ραντισμένη στον ίδιο πάντα αέρα – εκείνον με τη μυρωδιά από ουίσκι, κάποιο φτηνό μοτέλ, το άρωμα κάποιας γυναίκας ίσως. Μα και μια διάθεση για εκτόξευση σε έναν ορίζοντα γεμάτο ηλεκτρισμό – είχαμε πια μπει στην εποχή του Blues Rock και τα επόμενα χρόνια θα αφήνονταν στη ξέφρενη του φλόγα.

Μια φλόγα η οποία συνεχίζει να μας συνεπαίρνει μέχρι σήμερα – και είμαι βέβαιος, για πολύ καιρό ακόμη.







John Mayall and the Blues Breakers with Eric Clapton

Έτος: 1966

Είδος: Blues Rock

Track List (στην παρένθεση ο συνθέτης):

"All Your Love" (Otis Rush) – 3:38
"Hideaway" (Freddie King/Sonny Thompson; interpolating "The Walk" by Jimmy McCracklin) – 3:17
"Little Girl" (Mayall) – 2:36
"Another Man" (Mayall) – 1:47
"Double Crossing Time" (Clapton/Mayall) – 3:04
"What'd I Say" (Ray Charles; interpolating "Day Tripper" by John Lennon/Paul McCartney) – 4:28
"Key to Love" (Mayall) – 2:08
"Parchman Farm" (Mose Allison) – 2:22
"Have You Heard" (Mayall) – 5:56
"Ramblin' on My Mind" (Robert Johnson/Traditional) – 3:08
"Steppin' Out" (L. C. Frazier) – 2:30
"It Ain't Right" (Little Walter) – 2:45




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...