Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα UK. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα UK. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

...Kαι Εγένετο Black Sabbath






What is this... that stands before me...?


Ο ήχος του ψιλόβροχου όπως πέφτει στον δρόμο... Σταγόνες κρύες, παγωμένες, κάθε άγγιγμα τους μια προειδοποίηση. Η καμπάνα που αντηχεί από μακριά, αντιλαλώντας πένθιμα, υπόκωφα. Μια επικείμενη αίσθηση χαμού. Ο ήχος της θολός και απόμακρος αρχικά, θαμμένος στην ομίχλη, μυστικό που αναδύεται σαλεύοντας αργά. Μα σαν περνά η ώρα, ο αντίλαλός τρυπά το νεφελώδες πέπλο και καταφτάνει κρυστάλλινος στ’ αυτιά σου. Ο ήχος της καμπάνας δυναμώνει, καταπίνει τη σιωπή. Μαζί του δυναμώνει και η βροχή. Τα άγγιγμα της πλέον τσουχτερό. Αισθάνεσαι πως κάτι φοβερό, κάτι φρικτό επίκειται, από στιγμή σε στιγμή. Μα παραμένεις κοκαλωμένος στη θέση σου.

Μια μαυροντυμένη φιγούρα ξεπροβάλλει από μακριά, τα χαρακτηριστικά της θολά, απροσδιόριστα, χαμένα στην ομίχλη. Πλησιάζει προς το μέρος σου, βαδίζοντας αργά, πολύ αργά. Μήπως όμως παραμένει ακίνητη στη θέση της; Μήπως είσαι εσύ εκείνος που πλησιάζεις, χωρίς τη θέλησή σου; Μήπως η νύχτα η ίδια σε σπρώχνει να τη συναντήσεις; Οι καμπάνες αντηχούν διαπεραστικά  – η βροχή σε περιβάλλει. Η φιγούρα σιμώνει προς το μέρος σου. Θες να κάνεις μεταβολή, επιθυμείς να φύγεις – μα για κάποιο λόγο πιάνεις τον εαυτό σου να παραμένει στάσιμος, κοιτάζοντας σαν υπνωτισμένος.

Η φιγούρα σου χαμογελά. Ένας κεραυνός σκίζει τον ουρανό στα δύο. Βγάζεις μια κραυγή. Η κόλαση ξεχύνεται. Είναι πια αργά.

Kαὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω metal· καὶ ἐγένετο Black Sabbath όπως θα μπορούσε να γράφει η Βίβλος της Μουσικής, κάπου εκεί, σε μια από τις καταχωνιασμένες, σκοτεινές σελίδες της. Και γεννήθηκαν έτσι, υπό τους ήχους της βροχής και των καμπάνων του χαμού, οι Black Sabbath, ένα τερατόμορφο μωρό με παραμορφωμένα δάχτυλα και άγριο βλέμμα. Ένα μωρό που βύζαινε τα Blues, τη Μάνα τόσων και τόσων παιδιών, μα δημιούργησε κάτι διαφορετικό, κάτι καινούργιο από αυτά. Ήταν το Heavy Metal και οι Black Sabbath υπήρξαν οι πατέρες του.







Ένα ατύχημα



Η βροχή που δυναμώνει· Οι πένθιμες καμπάνες· Η ντυμένη στα μαύρα φιγούραμια παρουσία άγνωστη, μα τόσο γνώριμη ταυτόχρονα· Και η σπαρακτική κραυγή του Ozzy Osbourne, ενώ φωνάζει «Θεέ μου, βοήθησέ με!». Αυτή είναι η ατμόσφαιρα και αυτά είναι τα συστατικά του θρυλικού πρώτου, ομότιτλου τραγουδιού, του πρώτου άλμπουμ των Black Sabbath. Βρισκόμαστε στο έτος 1970. Ήταν τότε που η μαυροντυμένη τετράδα των Tonny Iommi, Ozzy Osbourne, Geezer Butler και Bill Ward αποφάσισαν να συλλέξουν σ’ έναν δίσκο τ’ αποτελέσματα των μουσικών και στιχουργικών πειραματισμών τους. Τίποτα δε θα ήταν το ίδιο ξανά στη μουσική.

Ασφαλώς εκείνο που ονομάζουμε «σκληρή» μουσική προϋπήρξε των Black Sabbath. Οι ρίζες τους ήταν εμποτισμένες απ’ τα Blues και δεν είναι τυχαία η αρχική ονομασία του συγκροτήματος: “The Polka Tulk Blues Band”, συντομευμένη εν συνεχεία σε “Polka Tulk”. Ήταν 1968 όταν τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος έκαναν το ξεκίνημά τους – καταμεσής της εποχής των παιδιών των λουλουδιών, της ψυχεδέλειας και των κοινωνικών μηνυμάτων αγάπης. Μα εδώ δεν ήταν Σαν Φρανσίσκο, μα το βιομηχανικό Birmingham και η τετράδα ήταν γέννημα θρέμμα της εργατικής τάξης. Μέσα στην κάπνα και το ζοφερό σκηνικό της πόλης δεν έβρισκαν πολλές αφορμές για να πιάσουν τους αγρούς και να τραγουδήσουν για λουλούδια και ειρήνη. Εν ολίγοις, ήδη από το ξεκίνημα της, η τετράδα απ’ το Birmingham φανέρωνε πως επιθυμούσε να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, πέρα από την μόδα και τις τάσεις των καιρών.




Φωτογραφίες από το 1968 και 1969 αντίστοιχα


Σύντομα το σχήμα (που στην πολύ πρώιμη εκδοχή του ήταν εξαμελές, μα δύο από τα μέλη του έφυγαν πολύ νωρίς) μετονομάστηκε σε “Earth” – ήταν ένα όνομα που αργότερα ο Ozzy Osbourne αποκάλυψε πως μισούσε. Τα Blues υπήρξαν ο πυρήνας, η βάση του ήχου τους. Αν υπήρξε μία μουσική τις περασμένες δεκαετίες, που είχε κάθε λόγο να θεωρεί τον εαυτό της περιθωριακό, τραχύ και άγριο, αυτή ήταν σαφέστατα τα μαύρα, αμερικανικά Blues – και στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘60 η Αγγλία τα είχε ανακαλύψει και τα είχε ερωτευτεί. Ε λοιπόν, η τετράδα από το Birmingham ανήκε στους θαυμαστές του είδους – μα δεν δοκίμαζαν να παίξουν Blues «καθαρά», μα μπολιασμένα με άφθονη ηλεκτρική παραμόρφωση.

Ήταν ένας εντελώς πρωτοποριακός ήχος και ένα πολύ ασυνήθιστο, για την εποχή, στυλ παιξίματος, ειδικά όσο αφορά την ηλεκτρική κιθάρα. Σύμφωνα με τον κιθαρίστα Tonny Iommi, τον βασικό υπεύθυνο της δημιουργίας του χαρακτηριστικού αυτού ήχου του συγκροτήματος, το παίξιμό του οφειλόταν σε ένα εργατικό ατύχημα που είχε στα 17 του – στη διάρκεια του οποίου έχασε τις άκρες των μεσαίων δαχτύλων του χεριού του. Στη θέση τους έβαλε πρόσθετα, πλαστικά υποκατάστατα και ξεκούρδισε τις χορδές της κιθάρας του με τρόπο τέτοιο, ώστε να μπορεί να τις λυγίζει ευκολότερα με τα νέα, κατασκευασμένα δάχτυλά του. Το αποτέλεσμα ήταν ένας ιδιαίτερα παραμορφωμένος κιθαριστικός ήχος, όμοιος του οποίου δεν είχε ακουστεί ως τότε. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε λοιπόν πως ήταν ένα ατύχημα εκείνο που γέννησε το heavy metal.








Και αν δεν είχε υπάρξει ο ήχος της κιθάρας του Iommi, θα μιλούσαμε άραγε για «σκληρή μουσική»; Πιστεύω πως ναι – τα εξηλεκτρισμένα Blues εκείνων των χρόνων ήταν ασφαλώς μια μουσική γεμάτη δύναμη και πάθος, κάτι που φάνηκε εξάλλου σε άρτιους εκπροσώπους της όπως ο Jimi Hendrix. Οι Led Zeppelin είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους, παραδίδοντας εξαιρετικές και ιδιαίτερα αιχμηρές εκτελέσεις blues τραγουδιών, ενώ το συγκρότημα του Jeff Beck παρέδιδε ορισμένα από τα σκληρότερα blues που είχαν ακουστεί ως τότε. 

Παράλληλα οι Blue Cheer, την ίδια εποχή, είχαν αποκαλύψει μία ακόμα περισσότερο «βρώμικη» εκδοχή των ηλεκτρισμένων Blues, ίσως την πιο παραμορφωμένη όλων – και για κάποιους οι Blue Cheer είναι οι ουσιαστικοί προάγγελοι του Heavy Metal.

Μα κανενός ο ήχος δεν είχε το βάθος και τον όγκο της κιθάρας του Iommi. Κάθε ριφ που ξεχυνόταν απ’ τα χέρια του φάνταζε σαν οδοστρωτήρας. Ίσως να μην ήταν τα αρτιότερα παιγμένα blues από τεχνική άποψη – μα ήταν ό,τι βαρύτερο είχε ακουστεί ως τότε. Και δεν ήταν «μόνο» blues – μα κάτι πέρα από αυτά.







Σκοτεινά Οράματα 



Λέγεται πως σε μια μέρα μόνο, στα τέλη του 1969, η τετράδα απ’ το Birmingham ηχογράφησαν όλα τα τραγούδια του πρώτου δίσκου τους. Και το συγκρότημα (που πλέον ονομαζόταν “Black Sabbath”, βασισμένο σε ένα ομώνυμο φιλμ του 1963 με τον Boris Karloff) παρέδωσε τον δίσκο στα μάτια του κοινού τον Φλεβάρη του 1970 – στο λυκαυγές της νέας δεκαετίας, ταιριαστό για έναν ήχο νέο.

Η ατμόσφαιρα του εναρκτήριου, ομότιτλου τραγουδιού, είναι εκείνη που προσδίδει στο άλμπουμ τον σκοτεινό, ζοφερό του τόνο, από την πρώτη, ως την τελευταία νότα. Μια αποκρυφιστική διάθεση κυριαρχεί, μια αίσθηση μυστηρίου και μιας επικείμενης ανησυχίας, κάτι που εντείνεται ακόμα περισσότερο από τους στίχους και – φυσικά – από το ανεπανάληπτο, στοιχειωμένο εξώφυλλο του δίσκου. Ό,τι και να πούμε για το εξώφυλλο αυτό είναι λίγο. Πρόκειται για μια εικόνα που αποπνέει γνήσιο τρόμο, όχι για όσα δείχνει, μα όσα υπονοεί. Παρατηρούμε μια μαυροντυμένη, θολή φιγούρα, που μοιάζει με γυναίκα (μάγισσα;). Η φιγούρα φαίνεται να χαμογελά ανησυχητικά, ενώ πίσω της απλώνεται ένα τοπίο στην εξοχή και ένα αγροτικό σπίτι. Μα τα χρώματα του τοπίου παραπέμπουν όχι στην πραγματικότητα, με σε κάποιο όνειρο ίσως, ή σωστότερα, σε κάποιον εφιάλτη.

Η έκπληξη του κόσμου που αγόραζε το αυθεντικό βινύλιο γινόταν ακόμα μεγαλύτερη, όταν ανοίγοντας τον δίσκο αντίκριζαν ένα κατάμαυρο φόντο και έναν πελώριο, ανάποδο σταυρό να απλώνεται μπροστά τους. 










Ο παλιόφιλος ο διάβολος είχε επιστρέψει για άλλη μια φορά, κάνοντας την εμφάνισή του όχι μόνο στο εσωτερικό του δίσκου, μα και σε τραγούδια όπως το “N.I.B” και φυσικά το ομότιτλο, «ανίερο άσμα» (ο λόγος για την «ανίερη τριάδα» - πρόκειται για το τραγούδι Black Sabbath, του δίσκου Black Sabbath, του συγκροτήματος Black Sabbath – ό,τι πρέπει για να τρομάζουν οι θρησκόληπτοι). 

Για όσους αγνοούν, να πούμε πως το μέταλ δεν ήταν η πρώτη μουσική που είχε θεωρηθεί «του διαβόλου». Το ίδιο είχε ειπωθεί και για το ροκ των περασμένων χρόνων, και για τα blues και για τη τζαζ στο παρελθόν, μα και για κάθε μουσική που ενοχλούσε τους συντηρητικούς του κόσμου. Όσο αφορά τους ίδιους τους Black Sabbath; Φρόντισαν να εκμεταλλευτούν την εικόνα προς όφελός τους φυσικά – γιατί σε τελική ανάλυση, όλα είναι θέμα marketing.




Image Source


Από τα μέλη του συγκροτήματος εκείνοι που ήταν περισσότερο αναμειγμένοι τον καιρό εκείνο σε αποκρυφιστικές παραφιλολογίες και σχετικά ήταν ο τραγουδιστής Ozzy και, κυρίως, ο μπασίστας Geezer Butler. Ο Bulter είχε μεγαλώσει σε καθολική οικογένεια και η σκέψη του είχε εμποτιστεί με θεούς και δαίμονες. Του άρεσε εξάλλου να διαβάζει βιβλία αποκρυφιστών όπως ο Aleister Crowley. Μας εξιστορεί το ακόλουθο, πολύ ενδιαφέρον περιστατικό, που αφορά το ιστορικό του εναρκτήριου, ομότιτλου τραγουδιού: Πριν ακόμα οι Black Sabbath αποκτήσουν το τελικό τους όνομα, τον καιρό που ονομάζονταν ακόμα "Earth", o Butler είχε δανειστεί ένα βιβλίο με θέμα του τη μαγεία από τον Ozzy. Τον καιρό εκείνο είχε βάψει το δωμάτιο του μαύρο, κατάμαυρο και είχε κρεμάσει στους τοίχους ανάποδους σταυρούς και εικόνες με αναπαραστάσεις του σατανά. Ένα βράδυ, λοιπόν, διάβασε το βιβλίο και, πριν κοιμηθεί, το άφησε δίπλα στο κρεβάτι του, σ' ένα ράφι.

Κάποια στιγμή ξύπνησε - τότε, αντίκρισε με τρόμο μπροστά του μια πελώρια μαυροντυμένη φιγούρα. Στεκόταν εκεί, μπροστά απ' το κρεβάτι του. Πιθανό να ήταν η φαντασία του, σκέφτηκε... Όταν όμως πήγε να ελέγξει το βιβλίο στο ράφι, διαπίστωσε πως το βιβλίο είχε εξαφανιστεί.

...Αυτά σύμφωνα με την αφήγηση του Geezer Butler! Φαντασίωση ή μύθος, απέδωσε τουλάχιστον καρπούς. Κάπως έτσι λοιπόν προέκυψε η ιδέα και γεννήθηκε, σα δαιμονισμένο βρέφος, το ομότιτλο "Black Sabbath"...







Ήταν μόνο η Αρχή



Ο δίσκος σημείωσε αρκετά μεγάλη επιτυχία (φτάνοντας στην 8η θέση των βρετανικών charts), μα για τους Sabbath τα καλύτερα έμελλε να έρθουν στη συνέχεια. Ακόμα και αν δεν είναι, αντικειμενικά μιλώντας, ο πληρέστερος μουσικά δίσκος τους, ούτε εκείνος που ανέδειξε τις πλήρεις ικανότητες του συγκροτήματος, εν τούτοις το άλμπουμ κατέχει μυθικό status στα μάτια των οπαδών της μπάντας – και δικαιολογημένα. 

Η μυστήρια, σκοτεινή ατμόσφαιρα εντείνει τη μυθική του διάσταση, ενώ ορισμένα από τα τραγούδια του έμελλε να καταξιωθούν ως κλασικά. Πρώτο και καλύτερο το καταπληκτικό “N.I.B.” (click), το οποίο περιλαμβάνει ένα από τα πιο πιασάρικα ριφ στην ιστορία της ροκ μουσικής, ενώ εξιστορεί τον έρωτα του Σατανά για μια θνητή γυναίκα – και την προσπάθειά του να την ξελογιάσει.








Η λογοτεχνία τρόμου και φαντασίας βάδιζαν πάντα χέρι χέρι με το heavy metal – ήδη από το ξεκίνημά του. Το υπέροχο “Wizard(click) αποτίει φόρο τιμής στον μάγο Gandalf του “Hobbit” και του “Lord of the Rings”, ενώ το “Behind The Wall Of Sleep(click) είναι εμπνευσμένο από την ιστορία “Beyond The Wall Of Sleep” του H.P. Lovecraft.

Το “Evil Woman” υπήρξε το πρώτο single της μπάντας, μα στην πραγματικότητα συνιστά διασκευή του συγκροτήματος “Crow”. Όσο αφορά τα “Sleeping Village” και “Warning(click), που κλείνουν τον δίσκο; Πρόκειται για ένα φινάλε που αποκαλύπτει τις blues ρίζες του Iommi, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει ακόμα περισσότερο τη μυστήρια, ανησυχητική διάθεση που αποπνέει το άλμπουμ στο σύνολό του… Ποιο είναι λοιπόν αυτό το «Χωριό» που αναφέρεται; Σε ποιους απευθύνεται η «Προειδοποίηση»; Μήπως βρισκόμαστε άραγε σε έναν τόπο πέρα από τον χρόνο, πέρα απ’ τη συνείδηση; Μήπως όλα είναι μέρος ενός ονείρου; Ενός ονείρου συλλογικού, κοινού για όλους;


Ένα είναι βέβαιο. Για τους Black Sabbath ήταν μόνο η αρχή. Η ιστορία τους είχε μόλις ξεκινήσει. Μα το αποψινό μας αφιέρωμα τελειώνει εδώ. Kαι το ψιλόβροχο αντηχεί για άλλη μια φορά...





Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Ο Eric Clapton, o John Mayall και η γέννηση του Blues Rock





«Σεξ. Όταν είναι καλό, είναι πάρα, πάρα πολύ καλό. Όταν είναι κακό, και τότε ακόμα έχει τη φάση του. Και αυτή είναι η αίσθηση του να ακούς τον Eric Clapton».



Tα λόγια είναι του κιθαρίστα Tom McGuinness, γνωστού από τους Manfred Mann. Όσο αφορά τον Eric Clapton; Ο λόγος για τον άνθρωπο το όνομα του οποίου συχνά δέσποζε στους τοίχους του Λονδίνου, ανάμεσα σε γκράφιτι, αφίσες και συνθήματα, εκεί, στα χρόνια της δεκαετίας του 60. Υπήρξε μάλιστα ένα σύνθημα πολύ διαδεδομένο στην Αγγλία τον καιρό εκείνο, που πιθανό να είχε κάνει αρκετό κόσμο να απορήσει, βλέποντας το να γυροφέρνει από τοίχο σε τοίχο. Μα αν ο κόσμος απορούσε, ήταν σίγουρα γιατί δεν ήξερε – μπορούμε να κατανοήσουμε και να συγχωρέσουμε την άγνοιά του λοιπόν.

Το σύνθημα ήταν: “Clapton Is God”. Τρεις λέξεις που είχαν φτάσει σχεδόν να γίνουν σλόγκαν και, με τον δικό τους τρόπο, χάραξαν την εποχή τους, όπως αντίστοιχα τη χάραξαν οι χαρακτηριστικές νότες που εξαπολύονταν από την Gibson Les Paul κιθάρα του νεαρού Έρικ. Νότες σε ρυθμούς φευγάτους, ραντισμένες από πάνω μέχρι κάτω με τα blues. Ήταν ο ήχος που τράβηξε τότε την προσοχή ενός άλλου νεαρού, αρχηγού μπάντας, του John Mayall. Ο Mάγιαλ προσκάλεσε τον Clapton στη μπάντα του και ηχογράφησαν μαζί έναν δίσκο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής της δεκαετίας του 60 – και ο δίσκος εκείνος που θα εκτόξευε το φαινόμενο του Blues Rock πέρα ως τον ορίζοντα, ηλεκτρίζοντας τα σύννεφα και σκορπώντας κεραυνούς μουσικής ηδονής. Εκεί που οι νότες έσμιξαν με τον ηλεκτρισμό – ναι, ήταν μια μορφή σεξ αυτό το πράγμα.








Τόσο ο Clapton, όσο και ο John Mayall, έφεραν πίσω τους μερικά χρόνια μουσικού ψαξίματος και αναζήτησης. Κιθαρίστας ο πρώτος, κιμπορντίστας και τραγουδιστής ο δεύτερος, μα και παίχτης φυσαρμόνικας και κιθαρίστας με τη σειρά του. Ανήκαν αμφότεροι σε εκείνη τη γενιά των νεαρών Βρετανών της μεσαίας αστικής τάξης, που κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 60 είχαν ανακαλύψει μια μουσική ερχόμενη από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, δια μέσω των μαύρων αντιπροσώπων της. Ο λόγος για τα Blues. Μουσικοί όπως ο Sonny Boy Williamson, o J.B. Lenoir, o Jesse Fuller και ο Muddy Waters, ήχοι παραπονιάρικοι και συνάμα προκλητικοί, προερχόμενοι από ετερόκλητες περιοχές των ΗΠΑ όπως το Σικάγο και οι πολιτείες του Νότου, ένα εξίσου ετερόκλητο πάντρεμα μιας μουσικής παράδοσης με βάθος δεκαετιών (φτάνοντας ως τον 19ο αιώνα) και της σύγχρονης τεχνολογίας από την άλλη.

Τα Blues έφεραν στις αποσκευές τους ήδη μια πλούσια και αμφιλεγόμενη ιστορία, ραντισμένη στο ουίσκι και την πρόκληση. Ήταν μια αμιγώς μαύρη μουσική, ιδανική για να ταρακουνήσει τις εφησυχασμένες, καλοβαλμένες λευκές τάξεις των ΗΠΑ από τον ύπνο τους. Η μουσική αυτή είχε ήδη εξηλεκτρίσει τον ήχο της, στα χρόνια της δεκαετίας του 40 και του 50, και είχε ποτίσει με σπέρμα το νεογέννητο, τότε, ροκ εν ρολ. Ήταν ο καιρός για το επόμενο βήμα.

Το βήμα αυτό έγινε όταν οι μαύροι εκπρόσωποι των Blues παρουσίασαν ζωντανά τη μουσική τους μπροστά στο βρετανικό κοινό. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 60, σε μια χώρα που σύντομα θα γνώριζε την έκρηξη του ποπ φαινομένου των Beatles – και των υστερικών κοριτσιών που ούρλιαζαν, τραβώντας τις κοτσίδες τους. Μα αν οι Beatles αφύπνιζαν απαγορευμένες σεξουαλικές ενορμήσεις στα έφηβα κορίτσια της Αγγλίας, τα Blues το έκαναν αυτό, με τον δικό τους τρόπο, εδώ και πολλά χρόνια. Και ο δικός τους τρόπος ήταν πολύ περισσότερο άμεσος και βρώμικος. Δεν ήταν έρωτας. Ήταν σεξ. Ήταν ο τρόπος που θα συνέπαιρνε τον κόσμο που ανακάλυψε τα Blues, την εποχή εκείνη. Ήταν η τραχιά εκείνη ωμότητα και το αγνό συναίσθημά που τόσο εντυπωσίασε νέους και φιλόδοξους Βρετανούς μουσικούς, όπως ο Jimmy Page, o Eric Burdon, τα μέλη των Rolling Stones και φυσικά τον John Mayall – και τον Eric Clapton.








Κάπως έτσι τα μπλουζ πέρασαν από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη – από τους μαύρους στους λευκούς και από το περιθώριο στο επίκεντρο. Κάπως έτσι ξεκίνησε μία από τις χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις της περίφημης “British Invasion” – της «Βρετανικής Εισβολής», όπως ονομάστηκε. Όταν η μουσική που δημιούργησαν, με τη σειρά τους, οι νέοι που αναφέραμε και πολλοί άλλοι σαν αυτούς, διέσχισε για άλλη μια φορά τον Ατλαντικό και έφτασε στις ΗΠΑ, την πατρίδα που τη γέννησε – μεταμορφωμένη και ανανεωμένη. Τότε που τα βρετανικά συγκροτήματα των καιρών ζωγράφισαν τα δικά τους ηχοχρώματα στον μουσικό ορίζοντα της εποχής, χαράζοντας όχι μόνο τη δεκαετία του 60 – μα τη μουσική ιστορία στο σύνολο της.

Να το πούμε απλά: Χωρίς τα αμερικανικά Blues των μαύρων δεν θα είχε υπάρξει η ροκ μουσική των 60’s.

Ας επιστρέψουμε στους πρωταγωνιστές της σημερινής μας ιστορίας. Ο John Mayall είχε ήδη ηχογραφήσει έναν δίσκο, μα γύρευε το κάτι παραπάνω για την επόμενη δουλειά του. Τότε ήταν που άκουσε μία ηχογράφηση του βρετανικού συγκροτήματος των Yardbirds – ήταν το τραγούδι “I Aint Got You” (κλικ). Στο συγκρότημα κιθάρα έπαιζε ο Eric Clapton. Ο Mayall εντυπωσιάστηκε από την τεχνική του Κλάπτον. Ο Κλάπτον, με τη σειρά του, είχε απογοητευτεί με τον αυξανόμενο ποπ προσανατολισμό που έπαιρνε η μπάντα του – γούσταρε την ωμή τραχύτητα των Blues, σε αυτά είχε παραδώσει την ψυχή του, όπως ο προκάτοχος του Robert Johnson στον διάβολο. Κάπως έτσι ο Κλάπτον εγκατέλειψε τους Yardbirds – και έπειτα από ορισμένες αναζητήσεις ένωσε τη δύναμη του με εκείνη του John Mayall. Ήταν πια καιρός να γραφτεί μουσική ιστορία – και δεν υπερβάλλουμε καθόλου.








Το άλμπουμ John Mayall and the Blues Breakers with Eric Clapton κυκλοφόρησε το 1966 – λίγο καιρό μετά ήταν που άρχισαν να εμφανίζονται τα συνθήματα που αναφέραμε, στους τοίχους του Λονδίνου, με τη χαρακτηριστική φράση – “Clapton Is God”. Πέραν των δυο τους, οι Blues Breakers απαρτίζονταν από τον μπασίστα John McVie, ο οποίος λίγο καιρό μετά (με τον διάδοχο του Clapton στο συγκρότημα, Peter Green) θα σχημάτιζαν το πασίγνωστο γκρουπ των Fleetwood Mac. Στα ντραμς των Blues Breakers ήταν ο Hughie Flint.

Η τετράδα θα παρέδιδε μια σειρά από τραγούδια και ορχηστρικά, που θα ανήκαν στα επιδραστικότερα της εποχής τους – είχαν υπάρξει αρκετά άλμπουμ της βρετανικής σκηνής τα περασμένα χρόνια που ενσωμάτωναν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στοιχεία από τα Blues, μα ήταν ο συγκεκριμένος δίσκος που καθιέρωσε το φαινόμενο του νεογέννητου, τότε, κύματος του βρετανικού Blues Rock. Η συνέχεια θα ήταν κατακλυσμιαία, κυριολεκτικά. Μα ανάμεσα στις κομβικές στιγμές αυτής της μουσικής, καμία δεν ήταν τόσο κομβική όσο αυτός εδώ ο δίσκος του 1966.

Ξεχείλιζε φοβερή μουσική, απλά. Και αν είχε τις περισσότερο «πιασάρικες» και «ποπ» στιγμές του, δεν ήταν εκείνο το στοιχείο που τον χαρακτήριζε – Όχι, ήταν τα Blues. Μόνο τα Blues, στην πιο ηλεκτρική μορφή που είχε ακούσει ο κόσμος μέχρι τότε. Η κιθάρα του Έρικ Κλάπτον, η περίφημη Gibson Les Paul έμεινε στην ιστορία, όπως επίσης η χαρακτηριστική παραμόρφωση του ήχου της, από έναν ενισχυτή Marshall. Κανείς δεν είχε ακουστεί έτσι, ως τότε – μα λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία αυτού του δίσκου, λίγους μόνο μήνες μετά τα μουσικά πειράματα του Κλάπτον – όλοι οι κιθαρίστες στη Βρετανία δοκίμαζαν το ίδιο.







Ο δίσκος κυριολεκτικά παραδίδει έναν επιβλητικό φόρο τιμής στα αυθεντικά Blues μουσικών όπως ο Buddy Guy και ο Freddie King – μα μένοντας πιστός στις επιρροές του, πηγαίνει ακόμα παραπέρα. Η κιθάρα του Κλάπτον δεν εμφανίζεται συνέχεια – σε σημεία είναι η φυσαρμόνικα του Mayall εκείνη που ξεχωρίζει. Μα όταν ο μικρός θεός Eric αποφασίζει να ηλεκτρίσει την ατμόσφαιρα, το αποτέλεσμα είναι μοναδικό. Όσο αφορά το χαρακτηριστικό εξώφυλλο του δίσκου, με τον Eric να διαβάζει το παιδικό κόμικ “Beano”; (επειδή, όπως είχε πει, αισθανόταν κάπως «μη-συνεργάσιμος» κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης). Το εξώφυλλο ήταν αφορμή ο δίσκος να καταξιωθεί στη σκέψη πολύ κόσμου ως “The Beano Album”.

Η συνέχεια θα ήταν γεμάτη μουσική, ραντισμένη στον ίδιο πάντα αέρα – εκείνον με τη μυρωδιά από ουίσκι, κάποιο φτηνό μοτέλ, το άρωμα κάποιας γυναίκας ίσως. Μα και μια διάθεση για εκτόξευση σε έναν ορίζοντα γεμάτο ηλεκτρισμό – είχαμε πια μπει στην εποχή του Blues Rock και τα επόμενα χρόνια θα αφήνονταν στη ξέφρενη του φλόγα.

Μια φλόγα η οποία συνεχίζει να μας συνεπαίρνει μέχρι σήμερα – και είμαι βέβαιος, για πολύ καιρό ακόμη.







John Mayall and the Blues Breakers with Eric Clapton

Έτος: 1966

Είδος: Blues Rock

Track List (στην παρένθεση ο συνθέτης):

"All Your Love" (Otis Rush) – 3:38
"Hideaway" (Freddie King/Sonny Thompson; interpolating "The Walk" by Jimmy McCracklin) – 3:17
"Little Girl" (Mayall) – 2:36
"Another Man" (Mayall) – 1:47
"Double Crossing Time" (Clapton/Mayall) – 3:04
"What'd I Say" (Ray Charles; interpolating "Day Tripper" by John Lennon/Paul McCartney) – 4:28
"Key to Love" (Mayall) – 2:08
"Parchman Farm" (Mose Allison) – 2:22
"Have You Heard" (Mayall) – 5:56
"Ramblin' on My Mind" (Robert Johnson/Traditional) – 3:08
"Steppin' Out" (L. C. Frazier) – 2:30
"It Ain't Right" (Little Walter) – 2:45




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...