Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα USA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα USA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

"Respect": Η Ιστορία ενός Τραγουδιού






"All i am asking... is for a little RESPECT". Αναμφισβήτητα ένας από τους περισσότερο αναγνωρίσιμους στίχους στην ιστορία της μουσικής. Λόγια και νότες που ξεπέρασαν το στενό όριο του καιρού τους και εκτινάχτηκαν στο διαστημικό εκείνο όχημα που θα τα μετέφερε πέρα το φάσμα του χρόνου – θα τα έκανε διαχρονικά. Ταυτόχρονα όμως τα λόγια αυτά συνδέθηκαν όσο λίγα με την εποχή που τα ανέδειξε – μια εποχή αφύπνισης, εξέγερσης, ανάκτησης δικαιωμάτων. Μια περίοδος της ιστορίας που σαν ξυπνητήρι φώναξε πάνω στα αυτιά κάθε κοιμισμένου.

Μα για δες – το ξυπνητήρι αυτό ηχούσε σαν τη φωνή μίας γυναίκας. Μια φωνή ζωηρή, δυναμική, ενεργητική, υπερχειλίζουσα πάθος. Και το όνομα αυτής της γυναίκας είναι Aretha Franklin.  

Ο λόγος φυσικά για το "Respect", ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια-μανιφέστα που γράφτηκαν ποτέ, μα και θεμέλιο στην εξέλιξη της Soul μουσικής. Τον καιρό εκείνο που η Soul, σαν άλλη αγριόγατα, φανέρωνε στον έκπληκτο κόσμο τα νύχια και τα δόντια που δέσποζαν πίσω από το αγαπησιάρικο παράστημά της… Τον καιρό που η μαύρη μουσική πρωτοστατούσε στους αγώνες για τα δικαιώματα των μαύρων, μα και των καταπιεσμένων του κόσμου όλου. Εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του 60. 

Μα αν το “Respect”, όπως το ερμήνευσε η Aretha Franklin, στάθηκε σημαιοφόρος μιας εποχής κοινωνικής ανάτασης, έχει ενδιαφέρον να θυμίσουμε στον κόσμο πως το τραγούδι, στην αυθεντική του εκδοχή, συνιστά έναν ύμνο στον έρωτα και στην αφοσίωση ενός ανθρώπου απέναντι στη σύντροφο του. Το αυθεντικό “Respect” γράφτηκε και ερμηνεύτηκε πρώτη φορά από τον Otis Redding. Οι στίχοι και το νόημα του τότε ήταν πολύ διαφορετικά, σε σχέση με την εκδοχή που θα το διαδεχόταν. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως ένα βαθύ ερωτικό κομμάτι, γραμμένο από έναν άντρα για τη γυναίκα που αγαπάει, έφτασε να μετατραπεί σε ύμνο της γυναικείας χειραφέτησης…






***


Όλα ξεκίνησαν με τον Otis Redding - τη σημαντικότερη φωνή της ιστορικής Stax Records και έναν από τους μεγαλύτερους και επιδραστικότερους ερμηνευτές της Soul, όλων των εποχών. Ήταν το έτος 1965, όταν ο Redding έγραψε και ηχογράφησε το τραγούδι, για τον δίσκο του "Otis Blue" – αναμφισβήτητα το κλασικότερο του άλμπουμ και ένας δίσκος-ορόσημο της μαύρης μουσικής. Οι στίχοι αναφέρονται σ' έναν άντρα που εργάζεται σκληρά, αντιμετωπίζει δυσκολίες, και το μόνο που γυρεύει στο τέλος, γυρνώντας σπίτι του το βράδυ, είναι "λίγο σεβασμό" από τη γυναίκα και την οικογένεια του. Ο τόνος του είναι συναισθηματικός, σχεδόν παρακλητικός- αναφέρεται με τρυφερότητα στη γυναίκα του, λέγοντας πως είναι διατεθειμένος να μοιραστεί μαζί της τα πάντα, και το μόνο που ζητάει σε αντάλλαγμα είναι λίγο σεβασμό.


What you want
Honey you've got it
And what you need
Baby you've got it
All I'm asking
Is for a little respect when I come home
Hey little girl, you're so sweeter than honey
And I am about to just give you all my money
All I'm asking for
Is a little respect when I come home







Μάλιστα είναι διατεθειμένος να ανεχτεί το οτιδήποτε από την πλευρά της γυναίκας του, αρκεί αυτό να γίνεται όσο εκείνος απουσιάζει:


Do me wrong
Honey if you wanna
You can do me wrong Honey while I am gone
But all I'm asking for
Is for a little respect when I come home


Ερμηνευμένο από τον Otis Redding, το αυθεντικό “Respect” συγκαταλέγεται στο πλούσιο ρόστερ των ερωτικών τραγουδιών του, αποκαλύπτοντας έναν άντρα πονετικό κι ευαίσθητο. Έναν άντρα που αγαπάει βαθιά τη γυναίκα του και την έχει απόλυτη ανάγκη.








***


Δύο χρόνια μετά όμως, εν έτει 1967, θα επερχόταν μια καθοριστική μεταμόρφωση. Μία νεαρή τραγουδίστρια της Soul, όχι ιδιαίτερα γνωστή ακόμα, αποφάσισε να διασκευάσει το τραγούδι του Redding... Η διασκευή όμως δεν στάθηκε μόνο στο κομμάτι της μουσικής… Μα επεκτάθηκε στον πολύ σημαντικό τομέα των στίχων. Οι αλλαγές φαινομενικά ήταν μικρές – μα εκείνες που έγιναν, σχεδόν αναποδογύρισαν ως δια μαγείας το τραγούδι, μεταμορφώνοντάς το, δημιουργώντας κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό. Και αν η αυθεντική εκδοχή είχε σκοπό να συγκινήσει… η διασκευή είχε σκοπό να προκαλέσει. Το χέρι της δεν άπλωνε σαν χάδι… μα τινασσόταν σαν χαστούκι. Η φωνή της δε ξεχείλιζε μόνο συναίσθημα… μα και από έναν πρωτόγνωρο, για τα δεδομένα των καιρών, δυναμισμό. Ήταν ερωτική και ταυτόχρονα προκλητική. Ήταν μια γυναίκα που δεν ανεχόταν κάποια πράγματα και δε φοβόταν πια να το δηλώσει ευθαρσώς.

Ήταν η Aretha Franklin. Και μετά από τη διασκευή αυτή, η οποία παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο άλμπουμ της “I Never Loved A Man The Way I Loved You” – τον δίσκο που την καταξίωσε – Μετά από τη διασκευή αυτή τίποτα δε θα ήταν ξανά ίδιο για τη Soul μουσική.








H Franklin πήρε τον βασικό κορμό του τραγουδιού, μουσικό και στιχουργικό, έκανε όμως ορισμένες σημαντικές διαφοροποιήσεις. Τώρα το "Respect" αποδίδεται από την οπτική γωνία της γυναίκας, όχι του άντρα. Ο τρυφερός, σχεδόν παρακλητικός τόνος των στίχων του Redding, έχει παραχωρήσει τη θέση του σε έναν τόνο πέρα από συναισθηματισμούς. Η Aretha δε ζητάει τον σεβασμό - τον απαιτεί.

"Διαθέτω όλα όσα χρειάζεσαι", μας λέει. "Θα σου δώσω ό, τι έχω, μα γυρεύω το δικό μου μέρισμα, επί ίσοις όροις. Το μόνο που ζητώ είναι σεβασμό από σένα, όταν γυρίζεις σπίτι".

(Ooh) What you want
(Ooh) Baby, I got
(Ooh) What you need
(Ooh) Do you know I've got it
(Ooh) All I'm askin'
(Ooh) Is for a little respect when you come home (just a little bit)

Ο δυναμισμός ξεχειλίζει, αναδεικνύοντας μια γυναίκα σε πλήρη γνώση της δύναμης, της σκέψης και της σεξουαλικότητας της. Mία γυναίκα που διαθέτει η ίδια χρήματα – δεν τα λαμβάνει όλα από τον άντρα της (“so is my money”). Το αυθεντικό τραγούδι θύμιζε περισσότερο την αφοσίωση ενός πιστού και αγαπημένου σκύλου. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με μία αγριόγατα.

Ooh, your kisses (ooh)
Sweeter than honey (ooh)
And guess what (ooh)
So is my money (ooh)
All I want you to do (ooh) for me
Is give it to me when you get home (re, re, re ,re)
Yeah baby (re, re, re ,re)
Whip it to me (respect, just a little bit)
When you get home, now (just a little bit)







Σε κάποιο σημείο η λέξη R-E-S-P-E-C-T απαγγέλεται γράμμα προς γράμμα, ενώ η Franklin τραγουδάει, συνοδευόμενη από πλήθος γυναικών… Προκλητικά επαναλαμβάνουν στίχους όπως “sock it to me”.


R-E-S-P-E-C-T
Find out what it means to me
R-E-S-P-E-C-T
Take care, TCB
Oh (sock it to me, sock it to me, sock it to me, sock it to me)
A little respect (sock it to me, sock it to me, sock it to me, sock it to me)


...Και αν δε λάβει τον σεβασμό που επιζητά, μας λέει απερίφραστα:


Or you might walk in (respect, just a little bit)
And find out I'm gone (just a little bit)



***


Kάπως έτσι λοιπόν γράφτηκε ιστορία. Για τον Otis Redding το “Respect” έμελλε να καταξιωθεί ως ένα από τα ομορφότερα τραγούδια του. Για την Aretha Franklin, το τραγούδι που την ανέδειξε και το πρώτο από μια σειρά λαμπρών επιτυχιών. Για το αναδυόμενο κίνημα των δικαιωμάτων των γυναικών, το “Respect” θα μετατρεπόταν σε σημαία.


Και για τη μουσική συνολικά, θα απέβαινε ένα από τα λαμπρά ορόσημά της.






Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

"Jesus Died For Somebody's Sins... But Not Mine"





“Jesus died for somebody’s sins… but not mine”.


Ελάχιστες φορές ένας στίχος υπήρξε τόσο σημαδιακός για την ιστορία της μουσικής και το πνεύμα ενός ολόκληρου κινήματος. Λέξεις που πάλλονται στον υγρό, ηδονικό ρυθμό της επανάστασης, γράμματα που ακτινοβολούν δαιμονικά, μάτια μιας γάτας στο σκοτάδι. Η γάτα στέκεται ακίνητη, η ουρά της τεντωμένη, προκλητική, βέλος τοξεύοντας τον ουρανό, αναπνέοντας τις ηδονές της νύχτας. Και σύ την παρατηρείς να σε κοιτάζει – ατίθαση, αδάμαστη, ανεξάρτητη.

«Δε ξέρω πως τα είχατε κανονίσει μέχρι τώρα, κύριος», φαίνεται να σου λέει. «Μα εγώ ζω για το νυχτερινό αέρα, το τρεχαλητό πίσω απ’ τη σελήνη, το σκαρφάλωμα σε σκιερές, ακανόνιστες κορφές, το σμίξιμο σε απόμερες γωνιές… Δες με! Τρέχω, τρέχω, τρέχω και είμαι λέφτερη. Κρατήστε για πάρτη σας τον κόσμο που χτίσατε οι ίδιοι, τούβλα αρίφνητα το ένα πάνω στ’ άλλο, τούβλα ομοιόμορφα, σφιχτά σα τα κεφάλια σας, φοβούμενα μη τυχόν και μετακινηθούν ένα βήμα παραπέρα και γκρεμιστεί το οχυρό – τοίχοι που υψώνονται σα θεόρατα βουνά.

Εμένα ο κόσμος μου είναι άλλος. Εσάς τοίχος σημαίνει σύνορο, σημαίνει κλείσιμο, σημαίνει προστασία – ο ένας απ’ τον άλλον, μα και απ’ τους εαυτούς σας… Γιατί όσα τείχη βλέπω να υψώνονται έξω από σας, άλλα τόσα βλέπω να υψώνονται μέσα σας.








Εγώ όμως δεν αγαπώ τους τοίχους παρά για τη σκιά που δίνουν, την ευχάριστη, αναπαυτική σκιά πάνω στην οποία απλώνω το κορμί μου! Και τις ωραιότερες σκιές παρέχουν οι τοίχοι που έχουν κατεδαφιστεί, εκείνοι πάνω στους οποίους μπορείς να τριγυρνάς, μέσα έξω, πέρα δώθε! Αυτός είναι ο κόσμος μου… Και αυτός ο κόσμος μου αρέσει».

Η γάτα θα μπορούσε τότε, μπροστά στα έκπληκτα σου μάτια, να έπαιρνε ξάφνου ανθρώπινη μορφή. Θα υψωνόταν και θα σε κοίταζε με εξυπνάδα και ένα σαρκαστικό χαμόγελο. Ποιήτρια της εξέγερσης, μια γυναίκα που δε δίνει δεκάρα για κανέναν, παρά για όσα αγαπά αληθινά, όσα της παρέχουν ανάσα και ζωή – το φεγγάρι, ο δρόμος και ο νυχτερινός της ουρανός. Και το όνομα αυτής της γάτας… Patti Smith.





source


Και ήταν αυτοί οι στίχοι, που ξεκινούσαν λέγοντας πως «ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες κάποιων… μα όχι τις δικές μου», οι στίχοι που ανέδειξαν για πρώτη φορά τη παρουσία της στα μουσικά δρώμενα της εποχής της, τότε, στα μισά ακριβώς της δεκαετίας του 70, όταν κυκλοφορούσε το ντεμπούτο άλμπουμ της με τίτλο “Horses”… Δίσκος-ορόσημο για την εναλλακτική νεοϋορκέζικη σκηνή και το κίνημα που ακόμα δεν είχε λάβει το όνομα του – σύντομα ωστόσο θα καθιερωνόταν με τον τίτλο… “Punk”.

Το εναρκτήριο αυτό τραγούδι, του πρώτου δίσκου της, ονομαζόταν “Gloria”. Και υπήρξε ουσιαστικά διασκευή ενός ομότιτλου τραγουδιού της δεκαετίας του 60, τραγούδι που είχε γράψει ο Van Morrison. Μα αν το αυθεντικό “Gloria” του Van Morrison υπήρξε ένα κλασικό – αν και προκλητικό, για τα δεδομένα των καιρών του – τραγούδι αγάπης, αποπνέοντας το αισθησιακό άρωμα των 60’s, μιλώντας για μια γυναίκα η οποία «τρυπώνει μες στα μεσάνυχτα στο δωμάτιο του εραστή της»… η εκδοχή της Patti Smith υπερέβη αυτό το όριο, μεταμορφώνοντας το, αλλάζοντας τους στίχους του, δημιουργώντας κάτι νέο… κάτι που τεντώνεται και νιαουρίζει προκλητικά μέσα στη νύχτα, κοιτώντας σε με μάτια που αστραποβολούν.








Το όνομα “Gloria” παραπέμπει στον παραδοσιακό θρησκευτικό ύμνο με τίτλο “Gloria In Excelsis Deo” – η Δόξα (=Gloria) είναι εκείνη του Θεού, του Δημιουργού του Κόσμου. Ένας ύμνος με ρίζες ως τον 2ο και 3ο αιώνα μ.χ. Στον Van Morrison η “Gloria” μεταμορφώνεται σε μια κοπέλα, την ερωμένη του ποιητή… Μα σα να μην έφτανε αυτό, η Patti Smith, καθόλου τυχαία, επαναφέρει το θρησκευτικό υπόβαθρο, τονίζοντας μας, στον πρώτο κιόλας στίχο, πως «οι αμαρτίες του Χριστού… εμένα δε με αφορούν». 

Και μαζί με τις αμαρτίες δε με αφορούν οι νόμοι τους, οι κανόνες που έχτισαν, τείχη που αγγίζουνε τον ουρανό, φτάνουν ως τα σύννεφα, τις Πύλες του Παραδείσου. Δε με αφορούν τα θεόρατα τους τείχη, γιατί τα μέτρα τους δεν είναι ανθρώπινα. Δε με νοιάζει ο παράδεισος τους, καθώς προτιμώ αυτόν εδώ της γης… Και η δόξα είναι η δόξα που μοιράζομαι, μαζί της, εγώ και κείνη, όταν ανεβαίνει στο δωμάτιο μου τη νύχτα, όταν οι δείκτες σημαίνουν μεσάνυχτα…

Και τότε οι καμπάνες όλες αντηχούν χαρμόσυνα… Και τραγουδούν έναν γνώριμο σκοπό…


And the tower bells chime, 'ding dong' they chime

They're singing, 'Jesus died for somebody's sins but not mine.'….





Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Frank Sinatra - In The Wee Small Hours...





Ένας δίσκος για τις καλοκαιρινές νύχτες... Όχι, δεν αναφέρομαι στις νύχτες που γυρνάτε ξυπόλυτοι στην παραλία, τα χέρια σας πιασμένα, τα πόδια σας στην άμμο, τα μάτια σας στον ουρανό, μετρώντας τα αστέρια... Ούτε στις νύχτες που γυρνάτε σε σοκάκια λαμπερών, φωταγωγημένων νησιών, νύχτες πιο φωτεινές κι από τις μέρες, λουσμένες στην ανταύγεια της νιότης και της μέθης, μεθώντας στη χαρά της ζωής.

Όχι, δεν αναφέρομαι σ' αυτές τις νύχτες. Μιλώ για τις άλλες.

Εκείνες που γυρνάς μόνος σε μια πόλη που έχει αδειάσει. Εκείνες που ο ήχος από τα βήματα σου αντηχεί στη σιγαλιά. Νύχτες που γυρεύεις το κρύο, τη βροχή, σε πείσμα της καλοκαιρινής ομοιομορφίας. Μια ομίχλη να σηκωθεί και να καλύψει, παρηγορητικά, τη γύμνια του δρόμου - τη δική σου. Να κρυφτείς μέσα της. Νύχτες που βλέπεις τον ήλιο να ξεπροβάλλει, αργά, σταθερά, πίσω από τα κτίρια, μα τα μάτια σου δε κλείνουν. Τον κοιτάς και λες "Εσύ, πάλι; Εμπρός, στείλε μας το φως σου. Να δούμε τι θα καταλάβεις...".

Το "In The Wee Small Hours" ηχογραφήθηκε το 1955. Λίγα μόλις χρόνια πριν, στις αρχές της δεκαετίας του 50, ο Frank Sinatra ήταν σχεδόν τελειωμένος. Βρισκόταν στη πλέον μαύρη περίοδο της ζωής του. Είχε πέσει σε δυσμένεια, οι μέρες της ξέφρενης επιτυχίας του φάνταζαν μακριά. Συν τοις άλλοις πάλευε να ξεπεράσει έναν χωρισμό που του στοίχισε πολύ, ενώ αποπειράθηκε μάλιστα να αυτοκτονήσει.






Ώσπου ένα νέο δισκογραφικό συμβόλαιο και η συμμετοχή του σε δύο ταινίες του έδωσαν ξανά φτερά. Ο Σινάτρα άρχισε να αναγεννιέται από τις στάχτες του... Μα ήταν η ηχογράφηση αυτού εδώ του δίσκου, χάρη στην οποία διοχέτευσε όλα όσα ένιωθε, όλα όσα βίωνε, σε νότες και σε ήχους, που στάθηκε καταλυτική για να κάνει το επόμενο του βήμα...

Το "In The Wee Small Hours" δε μοιάζει σχεδόν με κανέναν άλλον δίσκο του. Ο Frank Sinatra της γκλαμουριάς, ο showman, ο σταρ, δε βρισκόταν εδώ. Εδώ τραγουδούσε ένας άντρας μόνος, πλάθοντας αστέρια μες στο μαύρο του ουρανού για να τα πνίξει στο ποτό, ξενυχτώντας μ' ένα μπουκάλι κι ένα τσιγάρο ως τα ξημερώματα, αναπολώντας όσα χάθηκαν, όσα δε γινόταν να ρθουν πίσω.

Τραγούδια όπως το "Mood Indigo", το "Glad to Be Unhappy", το "I Get Along Without You Very Well" και το ομότιτλο ανήκαν στα κλασικά, jazz standards των καιρών τους. Μα η ερμηνεία του Σινάτρα τα εκτόξευσε στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Ελάχιστοι δίσκοι αντανακλούν τόσο έντονα τα βιώματα που περιγράφουν οι στίχοι.

Για τον Σινάτρα, όμως, ο δίσκος αποτέλεσε μια νέα αρχή. Από την άλλη, για μας που τον ακούμε, τις μοναχικές εκείνες ώρες που ο κόσμος κοιμάται, ξενυχτώντας πάνω σε κάθε του νότα... Ο δίσκος ακούγεται σχεδόν καθαρτικός. Λες και βρίσκουμε σ' αυτόν έναν καλό φίλο.


Ναι, αυτός ο δίσκος προσφέρεται για τις καλοκαιρινές νύχτες. Αλλά όχι, δεν αναφέρομαι στις νύχτες που έχει κατά νου ο περισσότερος κόσμος...






Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Lady Day. John Coltrane. One with the Sun...





Σαν σήμερα, 17 Ιουλίου, στο απομεσήμερο της καλοκαιρινής εποχής, έφυγαν απ' τη ζωή ο John Coltrane και η Billie Holiday. Χτυπημένος από την αρρώστια ο John. Θλιμμένη και καταπονημένη από τις καταχρήσεις η Billie. Ο Coltrane ήταν 41 χρονών. Η Billie Holiday 44.

Κι όμως, πόσα έκαναν στα χρόνια της ζωής τους. Άλλαξαν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη μουσική, όποτε ακούμε ένα σαξόφωνο να παίζει ή μια γυναίκα να ξεχύνει την ψυχή της στο μικρόφωνο. Ποιός ξέρει. Ίσως αν ζούσαν παραπάνω, μπορεί και να άλλαζαν τον κόσμο.

Από τις υπέροχες γυναικείες φωνές της τζαζ, καμία δε τραγούδησε ξανά όπως η “Lady Day”. H χροιά της φωνής της, βαθιά μπολιασμένης με τα Blues, φωνή που δεν ερμήνευε μόνο μα βίωνε κάθε στίχο ξεχωριστά, ήταν αδύνατο να αποτελέσει αντικείμενο μίμησης. Όσο αφορά το σαξόφωνο του Coltrane... Κατόρθωσε, σε διάστημα λιγότερο από μια δεκαετία, να μετατραπεί από μουσικό όργανο σε μέσο πνευματικής ανάτασης, αγγίζοντας τα απώτατα όρια της τέχνης. Aν η Billie ώθησε στα μεγαλύτερα βάθη το συναισθηματικό υπόβαθρο αυτής της μουσικής, ο Coltrane εκτόξευσε στα ύψη την τεχνική πλευρά της, παντρεύοντας τη με την πνευματικότητα.

Και αν η Billie γνώρισε ήδη από παιδί τον ρατσισμό, τη ζωή του δρόμου, τις διακρίσεις και την κακομεταχείριση, αναγκάζοντας τη να γίνει “πιο σκληρή και απ' τους σκληρούς”, μα βαθιά εύθραυστη στο εσωτερικό της, ο Coltrane έζησε σε μια εποχή που ανέτειλε το άστρο της απελευθέρωσης, για πρώτη φορά στα χρονικά. Στα χρόνια της δεκαετίας του 60 η μουσική του αντανακλούσε αυτό το αίσθημα ελευθερίας, μα και μια διάθεση αναζήτησης, δημιουργίας του κόσμου ξανά απ' την αρχή, μα και του εαυτού σου παράλληλα – με υλικά τις νότες.

Η φωτογραφία που βλέπουμε είναι υποθετική – την έφτιαξα για την περίσταση. Ποτέ οι δυο τους δεν έπαιξαν, ο ένας δίπλα στον άλλον, καθώς έζησαν σε διαφορετικές περιόδους. Τον καιρό που έδυε το άστρο της Billie, ανέτειλε ο ήλιος του Coltrane – ή η φλόγα, αν προτιμάτε, φλόγα που άστραψε εκθαμβωτικά και έσβησε γρήγορα.

Κι όμως, έφυγαν την ίδια μέρα, στην καρδιά του καλοκαιριού. Ποιός ξέρει. Ίσως να έγιναν ένα με τον ήλιο.


If I'm going to sing like someone else, then I don't need to sing at all”.


I never hurt nobody but myself and that's nobody's business but my own”.

~ Billie Holiday

I'd like to point out to people the divine in a musical language that transcends words. I want to speak to their souls”.

~ John Coltrane







Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Nina Simone - Τέσσερις Γυναίκες...







Ήταν το έτος 1966, μια εποχή αφύπνισης, μια εποχή που ο κόσμος φαινόταν πως θα άλλαζε. Τότε ήταν που η Nina Simone έγραψε ένα τραγούδι με τον τίτλο "Four Women".

Η πρώτη από τις γυναίκες είχε χρώμα δέρματος μαύρο. Πληθωρική, γεροδεμένη, δυναμική, μία αρχέγονη μητρική φιγούρα, σεβάσμια και ταλαίπωρη ταυτόχρονα, ικανή να κουβαλάει πλήθος από κακουχίες στις πλάτες της. Το δέρμα της στραφτάλιζε κάτω από τον ήλιο που φλόγιζε τις φυτείες των σκλάβων. Τα χρόνια της χάνονταν στις παρυφές των αιώνων. Τ' ονομα της ήταν Θεία Σάρα.

Η δεύτερη γυναίκα υπήρξε απόγονος της πρώτης. Το χρώμα της κιτρινωπό. Όμορφη, σεξουαλική, μυστήρια, φέροντας μέσα της τον αέρα των αφροαμερικανών προγόνων της, μα και την σκληρή, παγερή αύρα των λευκών τους αφεντάδων. Ο πατέρας της ήταν ένας τέτοιος. Πλούσιος, λευκός, βίασε τη μαύρη μάνα της κάποιο βράδυ και έτσι γεννήθηκε αυτή, απομεινάρι μιας στιγμαίας όρεξης, κάποια νύχτα του ύστερου 19ου αιώνα, κι ενώ η σκλαβιά είχε πια καταργηθεί - στα χαρτιά τουλάχιστον. Ήταν όμορφη και μόνη - όπως όλες σαν αυτήν. Τ' όνομα της ήταν Saffronia.

H τρίτη γυναίκα δεν είχε την ανεξιχνίαστη ομορφιά της δεύτερης. Ήταν αντίθετα προκλητική, ξετσίπωτη. Πίσω από το βαμμένο πρόσωπο της όμως, κάτω απ' τα αχνά χαμόγελα, ανάδευε ο φόβος. Το δέρμα της ήταν μελαψό. Ήταν ένα κορίτσι που ανήκε στους πάντες - αρκεί να πλήρωναν γι' αυτήν. Ήταν μία πόρνη, γυρίζοντας στις κατάμεστες από κόσμο πολιτείες του Νότου, εκεί, στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Δεν είχε όνομα - ή αν είχε, αυτό δε το γνώριζε κανείς. Οι πάντες την αποκαλούσαν "Sweet Thing".

Η τέταρτη γυναίκα, τέλος, είχε χρώμα δέρματος καφέ. Τα μάτια της πετούσαν κεραυνούς. Βίωσε τόσα στη ζωή της, μα δεν ανέχεται άλλα πια. Σαν άλλος μαύρος πάνθηρας, έδειχνε τα δόντια της στο μισόφωτο της νύχτας. Η ζωή ήταν δική της και θα την όριζε η ίδια, όπως αυτή επιθυμούσε... Και αν ένιωθε πικρία, για τους γονείς της, για τους παππούδες της, για τον εαυτό της τον ίδιο και όσα έχει αντιμετωπίσει, δε θα την υπομείνει πια παθητικά. Θα μιλήσει, θα φωνάξει. Θα τραγουδήσει, θα γράψει μουσική.

Η δεκαετία του 60 ήταν πια εδώ. Οι μαύροι δε θα άφηναν τον κόσμο πια να τους μετατρέπει σε στερεότυπα - στερεότυπα σαν τις τέσσερις γυναίκες που περιγράψαμε. Και η τέταρτη αυτή γυναίκα θα βροντόφωναζε περήφανη: "Τ' όνομα μου είναι Peaches!".

Θα μπορούσε, πάντως, να λέγεται και Nina.








Είναι ειρωνικό, πραγματικά, μα ένα από τα μεγαλύτερα αντιρατσιστικά τραγούδια όλων των εποχών είχε απαγορευτεί από πλήθος σταθμών, πάνω στη λογική πως... μεταδίδει στερεοτυπικές αντιλήψεις για τους μαύρους! Αυτά ενώ βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 60 και ενώ το κίνημα για τα δικαιώματα των μαύρων αγγίζει, σιγά σιγά, το απόγειο του... Το τραγούδι ανήκε στον δίσκο της Nina Simone Wild Is The Wind”, που κυκλοφόρησε το 1966. Ήταν η ίδια χρονιά που ιδρύθηκαν οι Μαύροι Πάνθηρες.

"Είμαι βαθιά ενάντια στις αδικίες απέναντι στους μαύρους πληθυσμούς, ή στους πληθυσμούς του τρίτου κόσμου", είχε πει η Nina. "Η έμπνευση για το τραγούδι "Four Women" μου ήρθε ύστερα από συζητήσεις που είχα με μαύρες γυναίκες. Φαινόταν πως όλες μας υποφέραμε από συναισθήματα αυτό-μίσους. Μισούσαμε τις αποχρώσεις μας, μισούσαμε τα μαλλιά, μισούσαμε τα σώματα μας. Συνειδητοποίησα πως μας είχε γίνει κανονική πλύση εγκεφάλου, ώστε να αισθανόμαστε μ' αυτόν τον τρόπο, από ορισμένους μαύρους άντρες και άφθονους λευκούς, άντρες και γυναίκες. Προσπάθησα να μεταφέρω αυτά τα συναισθήματα στο τραγούδι. Και το πιο φοβερό ξέρεις ποιό είναι; Πως ορισμένοι μαύροι ραδιοφωνικοί σταθμοί αρνήθηκαν να το παίξουν. Ισχύει τελικά αυτό που λένε: η αλήθεια πονάει".







My skin is black
my arms are long
My hair is woolly
my back is strong
Strong enough to take the pain
inflicted again and again
What do they call me?
My name is aunt Sarah
My name is Aunt Sarah
Aunt Sarah

My skin is yellow
my hair is long
Between two worlds
I do belong
But my father was rich and white
He forced my mother late one night
And what do they call me?
My name is Saffronia
My name is Saffronia

My skin is tan
my hair is fine
My hips invite you
my mouth like wine
Whose little girl am I?
Anyone who has money to buy
What do they call me?
My name is Sweet Thing
My name is Sweet Thing

My skin is brown
my manner is tough
I'll kill the first mother I see!
My life has been rough
I'm awfully bitter these days
because my parents were slaves
What do they call me?

My name is Peaches



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...