Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Έχε Γειά, Διαστημάνθρωπε





Θυμόμαστε αχνά τα γεγονότα της πρώιμης παιδικής μας ηλικίας... τόσο αχνά που μοιάζουν να χάνονται μεταξύ πραγματικότητας και μύθου. Έτσι φάνταζε στα μάτια μου, βγαλμένος από κάποιο παραμύθι, ο αινιγματικός αυτός πρίγκιπας που πρωταγωνιστούσε σε μία από τις παλιότερες ταινίες που θυμάμαι· ένα έργο καταχωνιασμένο στο χρονοντούλαπο των παλιότερών μου αναμνήσεων. Το όνομα της ταινίας ήταν «Λαβύρινθος». Πρωταγωνιστές ήταν μια νεαρή κοπέλα σε αναζήτηση του χαμένου μικρότερου αδερφού της, ένα πλήθος ξωτικόμορφες μαριονέτες, κατασκευασμένες απ’ τον δημιουργό του “Muppet Show”, καθώς και αυτός ο πρίγκιπας με το παράξενο μαλλί και την όμορφη, ταξιδιάρικη φωνή. Δεν ήξερα το όνομά του, δεν είχα ιδέα ποιος μπορεί να ήταν. Γνώριζα μόνο πως αυτός ο παραμυθένιος, εξώκοσμος σχεδόν ρόλος, του ταίριαζε γάντι. Ήταν λες και ερμήνευε τον ίδιο τον εαυτό του.

Φάνταζε να έχει έρθει από κάποιο άλλο σύμπαν. Ένας επιβάτης του διαστήματος, ένας εξωγήινος που προσγειώθηκε στη γη, ανακαλύπτοντας τους παράξενους (και ενίοτε κωμικούς) τρόπους των γήινων. Και ο εξωγήινος αυτός πήρε ανθρώπινη μορφή· τόσο όσο χρειαζόταν για να θεωρούμε πως είναι ένας από μας, μα αφήνοντας πάντα ένα περιθώριο για αμφισβήτηση. Και χαμογελούσε με ανδρόγυνο χαμόγελο· και το μαλλί του φωσφόριζε μέσα στο σκοτάδι, ξεπετώντας αχτίδες κοσμικής ενέργειας.

Πολλά χρόνια μετά, ενήλικας πια, θα ανακάλυπτα πως αυτός ο μεταμφιεσμένος γήινος ήταν μουσικός. Και κουβαλούσε μια ολόκληρη ιστορία πίσω του, σημαδεύοντας την τέχνη και το image των καιρών του. Θα ανακάλυπτα πως ήταν ένας showman και τα φώτα έμοιαζαν να ξεπετάγονται από μέσα του σαν σπίθες στη φωτιά. Πάνω απ’ όλα όμως, θα ανακάλυπτα πως ήταν – και παρέμενε πάντα – ένας εξερευνητής της τέχνης. Ένας γνήσιος πρωτοπόρος, που ποτέ δεν δίσταζε να πειραματιστεί και να εξερευνήσει νέους μουσικούς κόσμους.

Αυτός ο ταξιδιώτης δεν είναι πια μαζί μας. Ο David Bowie απογειώθηκε για άλλους κόσμους.







Είμαι βέβαιος πως στις αποσκεύες του πήρε πολλά και όμορφα πράγματα. Θα βρεις εκεί την ταξιδιάρα ψυχεδέλεια του “Space Oddity”· θα εντοπίσεις τη γέννηση και την εδραίωση του Glam Rock, όπως παρουσιάστηκε στο “The Man Who Sold The World” και στο “Hunky Dory”· θα συναντηθείς πρόσωπο με πρόσωπο με την ιδιόμορφη μορφή του Ziggy Stardust, ενός πλάσματος που παρουσιαζόταν ως alter ego του δημιουργού του – μα όλοι γνωρίζουμε κατά βάθος πως συνιστούσε την πραγματική μορφή του.

Θα μεθοκοπήσεις για άλλη μια φορά, υπό τα λαμπρά φώτα της ράμπας, με τους ήχους του “Aladdin Sane”… Μα το ταξίδι σου επιφυλάσσει πολλούς ακόμα προορισμούς και άφθονες εκπλήξεις. Από την ανησυχητική δυστοπία του “Diamond Dogs” στην ανακουφιστική Soul του “Young Americans” γνωρίζεις πως ο καλλιτέχνης έχει αρχίσει να μεταμορφώνεται. Και μαζί με αυτόν μεταμορφώνεσαι και συ, ακολουθώντας τον πολυδαίδαλο λαβύρινθο της δημιουργικής του φαντασίας.

Η συνέχεια έμελλε να είναι περισσότερο πειραματική – λες και το σκάφος σου τόσο καιρό περιπλανιόταν σε τροχιά μέσα στο ηλιακό μας σύστημα, ενώ τώρα ήταν πια καιρός να φύγει από αυτό· να υπερβεί τα όρια του γνωστού κόσμου, να φτάσει εκεί που αστραποβολούν τ’ αστέρια – και ακόμα παραπέρα.

Ο δίσκος “Station to Station”, όπως λέει το όνομά του, υπήρξε ένας σταθμός – αναγκαίος για ανεφοδιασμό και εξοπλισμό με νέα, ανθεκτικότερα υλικά. Ξεκινούσε ένα ταξίδι εξερεύνησης και σαν άλλος θαλασσοπόρος της μουσικής, ο David Bowie κρατούσε το πηδάλιο του σκάφους. H τριλογία δίσκων “Low”, “Heroes” και “Lodger” σήμαναν τη συνεργασία του Bowie με έναν άλλο αστράνθρωπο – τον Brian Eno. Ο καρπός της συνεργασία του Ίνο με τον Μπάουι απέφερε καρπούς: η τριάδα αυτών των δίσκων, γνωστή και ως «Η Τριλογία του Βερολίνου», ανήκει στα ωραιότερα μουσικά πειράματα της εποχής. 






Ήταν εντυπωσιακό: o άνθρωπος που ταυτίστηκε όσο κανένας άλλος με το Glam κίνημα της δεκαετίας του 70, η μορφή που θα μπορούσε να αναπαράγει απλά εκείνο που τον είχε αναδείξει, είχε στραφεί σε άλλα μονοπάτια, επιθυμώντας να μην αφήσει ανεξερεύνητη καμια πτυχή της μουσικής. Γιατί ο Bowie υπήρξε ένας γνήσιος δημιουργός – και η τέχνη υπήρξε γι’ αυτόν ένα ατέρμονο πεδίο εξερεύνησης. Πέρα από εύκολες κατηγορίες, πέρα από στερεότυπα, πέρα από περιορισμούς και στεγανά.

Η δεκαετία του 80 προσέθεσε ακόμα περισσότερα στο μύθο του. Συμμετοχές σε φιλμ, συνεργασίες και πλήθος δίσκων που τον κατέστησαν γνωστό στο νεότερο κοινό της εποχής. Και ο ταξιδιώτης αυτός του πολυσύμπαντος συνέχιζε να περιπλανιέται δω και κει, να εξερευνά, να αποζητά νέους τρόπους έκφρασης – δεν επαναπαύτηκε ποτέ. Δίσκοι όπως ο πολύ πρόσφατος “The Next Day” το αποδεικνύουν. Όσο αφορά τον τελευταίο του δίσκο; Ονομάζεται “Blackstar” και κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγες μέρες.

Δυο μέρες πριν το θάνατό του. Πριν την οριστική – και τελική – του απογείωση.

Πόσο πλουσιότερη έκανε τη μουσική μας ο ανήσυχος αυτός ταξιδιώτης του διαστήματος... Πόσο χάραξε την εποχή του η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του. Πόσο θα μας λείψεις, Ντέιβιντ Μπάουι.

Είμαι βέβαιος πως, κάπου εκεί ψηλά, πέρα απ’ τους γνωστούς σε μας κόσμους, ο Bowie συνεχίζει τα ταξίδια του. Αποστολή εξετελέσθη, ίσως πει, γυρνώντας στον πλανήτη του. Και εκεί θα τον υποδεχτούν οι όμοιοί του, χορεύοντας και τραγουδώντας. Και εκείνος, χαρούμενος για όσα μας προσέφερε, θα σέρνει το χορό. «Παράξενοι αυτοί οι γήινοι», ίσως πει. «Μα πέρασα καλά μαζί τους».


Και στα βήματά του θα ξεπετάγεται αστρόσκονη. Σαν αυτή που βλέπουμε στα όνειρά μας.





Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Lucille: Η Προσωπική Αφήγηση μιας Κιθάρας





Γεια σας. Ονομάζομαι Λουσίλ. Είμαι μια γυναίκα διαφορετική από τις άλλες – ή έτσι συνήθιζε να λέει ο βασιλιάς μου (όπως τον αποκαλούσα χαριτολογώντας). Κι εγώ τον πίστευα, λάμποντας ολόκληρη από περηφάνια. Τα λόγια που ακολουθούν συνιστούν την προσωπική μου εξομολόγηση. 

Χρειάστηκε μέρες για να κατορθώσω να αποτυπώσω γραπτώς εκείνα ακριβώς που αισθάνομαι – ξέρω πως άργησα, ξέρω πως ήδη έχουν ειπωθεί πολλά. Μα δεν είναι εύκολο να γράφεις όταν έχεις χάσει τον άνθρωπο που έδινε νόημα και χρώμα στη ζωή σου. Τον άνθρωπο που σε άγγιζε όπως κανείς άλλος δεν μπορούσε να σ’ αγγίξει. Τον άνθρωπο που ήξερε ποιες ήταν οι δυνάμεις και ποιες οι αδυναμίες σου – μα κατόρθωνε πάντα να δώσει διέξοδο στις πρώτες, ενθαρρύνοντας ό,τι καλύτερο υπήρχε μέσα σου. Τον άνθρωπο με τον οποίο σχηματίσαμε ένα αχτύπητο ταίρι για δεκαετίες ολόκληρες. Μισόν αιώνα. Τόσες αναμνήσεις.

Τον άνθρωπο που σου χάρισε το όνομά σου.

Μα τώρα δεν είναι πια εδώ. Ο βασιλιάς μου έφυγε. Εκείνος που με αγάπησε όσο καμία άλλη. “The Thrill is Gone”, όπως συνηθίζαμε να τραγουδάμε παρέα. Εκείνος με την ευθεία, μεστή σε συναίσθημα φωνή του. Κι εγώ με τους ήχους που ανέδυα, δονούμενη στα χέρια του, σκορπώντας ηλεκτρικές σπίθες απόλαυσης.






Θυμάμαι υπήρξαν στιγμές που έπιανε το μικρόφωνο, αντί για μένα. Τραγουδούσε χωρίς να έχει ανάγκη τη συνοδεία μου, τον ήχο της φωνής μου. Είχε κατά νου τον Ray Charles ή τον αγαπημένο του, Frank Sinatra. Ήθελε ίσως να τραγουδήσει σαν αυτούς. Πόσο ζήλευα! Πόσο με ενοχλούσε όταν με έκανε έτσι απερίφραστα στην άκρη! “Με χρειάζεσαι!”, του έλεγα. “Έχεις ανάγκη τη συνοδεία της φωνής μου, της δύναμης που εγώ μόνο μπορώ να σου παρέχω!”. Έτσι μουρμούριζα, η γκρινιάρα, κι αυτός γελούσε. “Αχ, Λουσίλ”, μου έλεγε. “Ήταν για ένα-δυο τραγούδια μόνο. Αφού ξέρεις πως εσύ είσαι το παν για μένα”. Μα εγώ έκανα μούτρα.

Μέχρι που με έπιανε ξανά, με εκείνο τον τόσο χαρακτηριστικό του τρόπο. Τ’ ακροδάχτυλα του εξερευνούσαν τρυφερά κάθε πτυχή της επιφάνειάς μου. Και, για δες, κάθε του άγγιγμα έκανε να ξεπροβάλλει ένα μικροσκοπικό βογγητό από μέσα μου. Πώς να περιγράψω καλύτερα αυτή την υπέροχη, τη μοναδική, την παραδεισένια αίσθηση; Με άγγιζε παρατεταμένα και τα βογγητά γίνονταν μακρόσυρτα, μετατρέπονταν σε νότες. Οι νότες σε μελωδίες. Η επικοινωνία μας ζωγράφιζε πεντάγραμμα. Δεν ήταν μουσική αυτό. Ήταν ο έρωτάς μας πάνω στη σκηνή.

Έτσι ένιωθα τουλάχιστον. Τον κοιτούσα για να διαπιστώσω αν αισθάνεται το ίδιο – στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη μια έκφραση άφατης αγαλλίασης. Ο βασιλιάς μου απολάμβανε κάθε στιγμή! Και έτσι τραγουδούσαμε παρέα. Και έτσι ζωγραφίζαμε με τα ηχοχρώματα του έρωτά μας, σκορπώντας αποχρώσεις μουσικής ηδονής. Και αν υπήρξαμε πολλές όλα αυτά τα χρόνια – στην ουσία ήμουν πάντα εγώ, η ίδια. Η Lucille. H γυναίκα για την οποία έγραψε μάλιστα ένα από τα διαχρονικότερα τραγούδια του.

Ήταν καταχείμωνο, θυμάμαι, του 1949. Δύσκολη εποχή για να’ ναι κάποιος μαύρος μουσικός – μα τι θα ήταν όλη η μουσική που ακούγεται σήμερα, αν δεν είχαν υπάρξει τα φτωχά εκείνα μαυράκια από τον αμερικάνικο Νότο, το Σικάγο ή τη Νέα Υόρκη, που αποφάσισαν να ακολουθήσουν τους δύσβατους δρόμους της καρδιάς τους. Τους δρόμους που χάραξαν τα Blues.






Τέτοιος ήταν και ο βασιλιάς μου. Δεν ήμασταν καιρό μαζί – ήταν ακόμα ένα νεαρό, σχεδόν αμούστακο παλικαράκι και εγώ δεν είχα ακόμα όνομα. Κρύα νύχτα, ο αέρας έπνιγε τις νότες μας. Μα στο μπαρ εκείνο του Arkansas υπήρχε κάποια ζεστασιά. Λίγο η μουσική, λίγο ο κόσμος – λίγο εκείνα τα βαρέλια με κηροζίνη, που έκαιγαν στο πλάι, σκορπώντας εκφοβιστικές σκιές πάνω στους τοίχους. Ήταν μια μυστήρια βραδιά, αν μη τι άλλο. Από εκείνες που αισθάνεσαι πως προμηνύουνε κακό.

Κάποια στιγμή ξέσπασε ο καβγάς – ο καβγάς που έμελλε να μεταμορφώσει τη ζωή μου. Δύο άντρες άρχισαν να λογομαχούν πολύ δυνατά και το θέμα της διαφωνίας τους ήταν… μια γυναίκα. Αχ. Πόσες φορές το έχουμε δει να γίνεται αυτό. Υπό διαφορετικές συνθήκες κανείς δεν θα έδινε σπουδαία σημασία – καβγάδες σε τέτοια μπαρ ξεσπούνε κάθε μέρα, μια παραπανίσια δόση από ουίσκι πολλές φορές αρκεί. Μα οι συγκεκριμένοι άντρες σύντομα πιάστηκαν στα χέρια. Κάποιοι τύποι προσπάθησαν να τους χωρίσουν, μα χωρίς αντίκρισμα. Θυμάμαι το πρόσωπο του βασιλιά μου, να κοιτάζει με απορία. Ήθελε απλά να παίξει μουσική. Μα τα πράγματα σύντομα χειροτέρεψαν.

Ένα από τα βαρέλια με την κηροζίνη έπεσε κάτω. Μεμιάς το πάτωμα φλογίστηκε, σκορπώντας μια εκτυφλωτική, τρομακτική λάμψη, όμοια με φωτιά της κόλασης. Το μπαρ είχε τυλιχτεί ολάκερο στις φλόγες! Όπως όπως προσπαθούσε ο κόσμος να βγει έξω, να σωθεί. Και εγώ παρατηρούσα με αγωνία από τη θέση μου, τα μάτια μου θολά, οι αισθήσεις μου κοκαλωμένες. Αλίμονο, δεν μπορούσα να κινηθώ! Ήμουν μια κιθάρα! Και ίδρωνα και έκαιγα και προσπαθούσα να φωνάξω “βοήθεια”, μα φωνή δεν έβγαινε. Αχ, και αν φώναζα, ποιος θα με άκουγε στην πυρακτωμένη αυτή κόλαση;






Οι φλόγες πλησίασαν το σώμα μου. Τις έβλεπα να ξετυλίγουν τα σιχαμερά, τα εφιαλτικά τους δάχτυλα πάνω στην καυτή μου επιφάνεια. Το τέλος πλησίαζε. Δεν ήθελα να γίνει έτσι, όχι, δεν ήθελα. Μα ποιος θέλει να πεθάνει – με οποιονδήποτε τρόπο.

Τότε ένα χέρι άρπαξε το μπράτσο μου. Με έσφιξε γερά, καθησυχαστικά. Μισοπαράλυτη, μισολιπόθυμη, έστρεψα το βλέμμα πάνω του, μέσα στη θολούρα. Ήταν εκείνος – ο βασιλιάς μου! Είχε έρθει πίσω να με σώσει!

Το μαγαζί έγινε στάχτη. Δύο άνθρωποι νεκροί. Και εμείς ήμασταν πια έξω, στο κρύο – την ασφάλεια. Έμαθα πως ο σωτήρας μου είχε βγει αρχικά απ’ το μαγαζί, μαζί με όλο τον κόσμο… μα έπειτα μπήκε πάλι μέσα, αναζητώντας με. Εμένα! Αψήφησε τον κίνδυνο και εισέβαλε στην καρδιά της κόλασης, επιθυμώντας να με βγάλει έξω αλώβητη. Εμένα… την πολυτιμότερή του. Ο κουτός… Ο κουτός…

Και όλα ξεκίνησαν από έναν καβγά για μια γυναίκα. Αξίζουμε λοιπόν τέτοια; Είναι τόση λοιπόν η χάρη μας; Μαντέψτε λοιπόν πως ονομαζόταν η γυναίκα αυτή, για την οποία χύθηκε αίμα και έπεσαν κορμιά…

Πολύ σωστά. Ονομαζόταν Λουσίλ.






Έτσι αποφάσισε λοιπόν και ο αφέντης μου να με ονομάσει Λουσίλ. Lucille. Σε ανάμνηση της βραδιάς εκείνης που με έσωσε, μου παραχώρησε το όνομα κάποιας άγνωστης γυναίκας. Το όνομα που δόξασε μαζί μου. Κι εγώ δεν μπορούσα παρά να ανταποδώσω. Έπρεπε να του προσφέρω ό,τι καλύτερο μπορούσα. Εκείνο για το οποίο γεννήθηκα, εκείνο για το οποίο κόντεψε να θυσιάσει τη ζωή του. Τη μελωδία μου, τις νότες μου, τη φωνή μου. Να βάλω τα δυνατά μου. Να δημιουργήσουμε μαζί κάτι που θα ξεπερνούσε τον χρόνο τον ίδιο, έναν ήχο, μια αίσθηση. Να σμιλέψουμε μελωδίες μιας μουσικής αθάνατης.

Έτσι κάναμε λοιπόν… Παρέα, οι δυο μας, δημιουργήσαμε. Για δεκαετίες και δεκαετίες. Εκτοξεύσαμε τα Blues σε μια άλλη διάσταση. Γίναμε σύμβολα της μουσικής αυτής. Και εκείνος, από Αγόρι των Blues (Blues Boy, aka B.B.), έγινε Βασιλιάς τους.

Ήταν ο δικός μου βασιλιάς. Ο μόνος που αγάπησα ποτέ. Και αν έχει πια φύγει, οι μελωδίες που συνθέσαμε μαζί ξέρω πως θα μείνουν. Τα Blues γεννήθηκαν για να είναι ωμά, αληθινά, αισθαντικά, ατόφια, γνήσια. Εσύ ήσουν που ανέδειξες όλα αυτά τα στοιχεία από μέσα μου. Σε ευχαριστώ, B.B. King.


Πάντα δική σου. Lucille



B.B. King. 1925-2015. Always a King of the Blues. 



Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

...Kαι Εγένετο Black Sabbath






What is this... that stands before me...?


Ο ήχος του ψιλόβροχου όπως πέφτει στον δρόμο... Σταγόνες κρύες, παγωμένες, κάθε άγγιγμα τους μια προειδοποίηση. Η καμπάνα που αντηχεί από μακριά, αντιλαλώντας πένθιμα, υπόκωφα. Μια επικείμενη αίσθηση χαμού. Ο ήχος της θολός και απόμακρος αρχικά, θαμμένος στην ομίχλη, μυστικό που αναδύεται σαλεύοντας αργά. Μα σαν περνά η ώρα, ο αντίλαλός τρυπά το νεφελώδες πέπλο και καταφτάνει κρυστάλλινος στ’ αυτιά σου. Ο ήχος της καμπάνας δυναμώνει, καταπίνει τη σιωπή. Μαζί του δυναμώνει και η βροχή. Τα άγγιγμα της πλέον τσουχτερό. Αισθάνεσαι πως κάτι φοβερό, κάτι φρικτό επίκειται, από στιγμή σε στιγμή. Μα παραμένεις κοκαλωμένος στη θέση σου.

Μια μαυροντυμένη φιγούρα ξεπροβάλλει από μακριά, τα χαρακτηριστικά της θολά, απροσδιόριστα, χαμένα στην ομίχλη. Πλησιάζει προς το μέρος σου, βαδίζοντας αργά, πολύ αργά. Μήπως όμως παραμένει ακίνητη στη θέση της; Μήπως είσαι εσύ εκείνος που πλησιάζεις, χωρίς τη θέλησή σου; Μήπως η νύχτα η ίδια σε σπρώχνει να τη συναντήσεις; Οι καμπάνες αντηχούν διαπεραστικά  – η βροχή σε περιβάλλει. Η φιγούρα σιμώνει προς το μέρος σου. Θες να κάνεις μεταβολή, επιθυμείς να φύγεις – μα για κάποιο λόγο πιάνεις τον εαυτό σου να παραμένει στάσιμος, κοιτάζοντας σαν υπνωτισμένος.

Η φιγούρα σου χαμογελά. Ένας κεραυνός σκίζει τον ουρανό στα δύο. Βγάζεις μια κραυγή. Η κόλαση ξεχύνεται. Είναι πια αργά.

…Kαὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω metal· καὶ ἐγένετο Black Sabbath – όπως θα μπορούσε να γράφει η Βίβλος της Μουσικής, κάπου εκεί, σε μια από τις καταχωνιασμένες, σκοτεινές σελίδες της. Και γεννήθηκαν έτσι, υπό τους ήχους της βροχής και των καμπάνων του χαμού, οι Black Sabbath, ένα τερατόμορφο μωρό με παραμορφωμένα δάχτυλα και άγριο βλέμμα. Ένα μωρό που βύζαινε τα Blues, τη Μάνα τόσων και τόσων παιδιών, μα δημιούργησε κάτι διαφορετικό, κάτι καινούργιο από αυτά. Ήταν το Heavy Metal και οι Black Sabbath υπήρξαν οι πατέρες του.







Ένα ατύχημα



Η βροχή που δυναμώνει· Οι πένθιμες καμπάνες· Η ντυμένη στα μαύρα φιγούρα – μια παρουσία άγνωστη, μα τόσο γνώριμη ταυτόχρονα· Και η σπαρακτική κραυγή του Ozzy Osbourne, ενώ φωνάζει «Θεέ μου, βοήθησέ με!». Αυτή είναι η ατμόσφαιρα και αυτά είναι τα συστατικά του θρυλικού πρώτου, ομότιτλου τραγουδιού, του πρώτου άλμπουμ των Black Sabbath. Βρισκόμαστε στο έτος 1970. Ήταν τότε που η μαυροντυμένη τετράδα των Tonny Iommi, Ozzy Osbourne, Geezer Butler και Bill Ward αποφάσισαν να συλλέξουν σ’ έναν δίσκο τ’ αποτελέσματα των μουσικών και στιχουργικών πειραματισμών τους. Τίποτα δε θα ήταν το ίδιο ξανά στη μουσική.

Ασφαλώς εκείνο που ονομάζουμε «σκληρή» μουσική προϋπήρξε των Black Sabbath. Οι ρίζες τους ήταν εμποτισμένες απ’ τα Blues και δεν είναι τυχαία η αρχική ονομασία του συγκροτήματος: “The Polka Tulk Blues Band”, συντομευμένη εν συνεχεία σε “Polka Tulk”. Ήταν 1968 όταν τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος έκαναν το ξεκίνημά τους – καταμεσής της εποχής των παιδιών των λουλουδιών, της ψυχεδέλειας και των κοινωνικών μηνυμάτων αγάπης. Μα εδώ δεν ήταν Σαν Φρανσίσκο, μα το βιομηχανικό Birmingham και η τετράδα ήταν γέννημα θρέμμα της εργατικής τάξης. Μέσα στην κάπνα και το ζοφερό σκηνικό της πόλης δεν έβρισκαν πολλές αφορμές για να πιάσουν τους αγρούς και να τραγουδήσουν για λουλούδια και ειρήνη. Εν ολίγοις, ήδη από το ξεκίνημα της, η τετράδα απ’ το Birmingham φανέρωνε πως επιθυμούσε να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, πέρα από την μόδα και τις τάσεις των καιρών.




Φωτογραφίες από το 1968 και 1969 αντίστοιχα


Σύντομα το σχήμα (που στην πολύ πρώιμη εκδοχή του ήταν εξαμελές, μα δύο από τα μέλη του έφυγαν πολύ νωρίς) μετονομάστηκε σε “Earth” – ήταν ένα όνομα που αργότερα ο Ozzy Osbourne αποκάλυψε πως μισούσε. Τα Blues υπήρξαν ο πυρήνας, η βάση του ήχου τους. Αν υπήρξε μία μουσική τις περασμένες δεκαετίες, που είχε κάθε λόγο να θεωρεί τον εαυτό της περιθωριακό, τραχύ και άγριο, αυτή ήταν σαφέστατα τα μαύρα, αμερικανικά Blues – και στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘60 η Αγγλία τα είχε ανακαλύψει και τα είχε ερωτευτεί. Ε λοιπόν, η τετράδα από το Birmingham ανήκε στους θαυμαστές του είδους – μα δεν δοκίμαζαν να παίξουν Blues «καθαρά», μα μπολιασμένα με άφθονη ηλεκτρική παραμόρφωση.

Ήταν ένας εντελώς πρωτοποριακός ήχος και ένα πολύ ασυνήθιστο, για την εποχή, στυλ παιξίματος, ειδικά όσο αφορά την ηλεκτρική κιθάρα. Σύμφωνα με τον κιθαρίστα Tonny Iommi, τον βασικό υπεύθυνο της δημιουργίας του χαρακτηριστικού αυτού ήχου του συγκροτήματος, το παίξιμό του οφειλόταν σε ένα εργατικό ατύχημα που είχε στα 17 του – στη διάρκεια του οποίου έχασε τις άκρες των μεσαίων δαχτύλων του χεριού του. Στη θέση τους έβαλε πρόσθετα, πλαστικά υποκατάστατα και ξεκούρδισε τις χορδές της κιθάρας του με τρόπο τέτοιο, ώστε να μπορεί να τις λυγίζει ευκολότερα με τα νέα, κατασκευασμένα δάχτυλά του. Το αποτέλεσμα ήταν ένας ιδιαίτερα παραμορφωμένος κιθαριστικός ήχος, όμοιος του οποίου δεν είχε ακουστεί ως τότε. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε λοιπόν πως ήταν ένα ατύχημα εκείνο που γέννησε το heavy metal.








Και αν δεν είχε υπάρξει ο ήχος της κιθάρας του Iommi, θα μιλούσαμε άραγε για «σκληρή μουσική»; Πιστεύω πως ναι – τα εξηλεκτρισμένα Blues εκείνων των χρόνων ήταν ασφαλώς μια μουσική γεμάτη δύναμη και πάθος, κάτι που φάνηκε εξάλλου σε άρτιους εκπροσώπους της όπως ο Jimi Hendrix. Οι Led Zeppelin είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους, παραδίδοντας εξαιρετικές και ιδιαίτερα αιχμηρές εκτελέσεις blues τραγουδιών, ενώ το συγκρότημα του Jeff Beck παρέδιδε ορισμένα από τα σκληρότερα blues που είχαν ακουστεί ως τότε. 

Παράλληλα οι Blue Cheer, την ίδια εποχή, είχαν αποκαλύψει μία ακόμα περισσότερο «βρώμικη» εκδοχή των ηλεκτρισμένων Blues, ίσως την πιο παραμορφωμένη όλων – και για κάποιους οι Blue Cheer είναι οι ουσιαστικοί προάγγελοι του Heavy Metal.

Μα κανενός ο ήχος δεν είχε το βάθος και τον όγκο της κιθάρας του Iommi. Κάθε ριφ που ξεχυνόταν απ’ τα χέρια του φάνταζε σαν οδοστρωτήρας. Ίσως να μην ήταν τα αρτιότερα παιγμένα blues από τεχνική άποψη – μα ήταν ό,τι βαρύτερο είχε ακουστεί ως τότε. Και δεν ήταν «μόνο» blues – μα κάτι πέρα από αυτά.







Σκοτεινά Οράματα 



Λέγεται πως σε μια μέρα μόνο, στα τέλη του 1969, η τετράδα απ’ το Birmingham ηχογράφησαν όλα τα τραγούδια του πρώτου δίσκου τους. Και το συγκρότημα (που πλέον ονομαζόταν “Black Sabbath”, βασισμένο σε ένα ομώνυμο φιλμ του 1963 με τον Boris Karloff) παρέδωσε τον δίσκο στα μάτια του κοινού τον Φλεβάρη του 1970 – στο λυκαυγές της νέας δεκαετίας, ταιριαστό για έναν ήχο νέο.

Η ατμόσφαιρα του εναρκτήριου, ομότιτλου τραγουδιού, είναι εκείνη που προσδίδει στο άλμπουμ τον σκοτεινό, ζοφερό του τόνο, από την πρώτη, ως την τελευταία νότα. Μια αποκρυφιστική διάθεση κυριαρχεί, μια αίσθηση μυστηρίου και μιας επικείμενης ανησυχίας, κάτι που εντείνεται ακόμα περισσότερο από τους στίχους και – φυσικά – από το ανεπανάληπτο, στοιχειωμένο εξώφυλλο του δίσκου. Ό,τι και να πούμε για το εξώφυλλο αυτό είναι λίγο. Πρόκειται για μια εικόνα που αποπνέει γνήσιο τρόμο, όχι για όσα δείχνει, μα όσα υπονοεί. Παρατηρούμε μια μαυροντυμένη, θολή φιγούρα, που μοιάζει με γυναίκα (μάγισσα;). Η φιγούρα φαίνεται να χαμογελά ανησυχητικά, ενώ πίσω της απλώνεται ένα τοπίο στην εξοχή και ένα αγροτικό σπίτι. Μα τα χρώματα του τοπίου παραπέμπουν όχι στην πραγματικότητα, με σε κάποιο όνειρο ίσως, ή σωστότερα, σε κάποιον εφιάλτη.

Η έκπληξη του κόσμου που αγόραζε το αυθεντικό βινύλιο γινόταν ακόμα μεγαλύτερη, όταν ανοίγοντας τον δίσκο αντίκριζαν ένα κατάμαυρο φόντο και έναν πελώριο, ανάποδο σταυρό να απλώνεται μπροστά τους. 










Ο παλιόφιλος ο διάβολος είχε επιστρέψει για άλλη μια φορά, κάνοντας την εμφάνισή του όχι μόνο στο εσωτερικό του δίσκου, μα και σε τραγούδια όπως το “N.I.B” και φυσικά το ομότιτλο, «ανίερο άσμα» (ο λόγος για την «ανίερη τριάδα» - πρόκειται για το τραγούδι Black Sabbath, του δίσκου Black Sabbath, του συγκροτήματος Black Sabbath – ό,τι πρέπει για να τρομάζουν οι θρησκόληπτοι). 

Για όσους αγνοούν, να πούμε πως το μέταλ δεν ήταν η πρώτη μουσική που είχε θεωρηθεί «του διαβόλου». Το ίδιο είχε ειπωθεί και για το ροκ των περασμένων χρόνων, και για τα blues και για τη τζαζ στο παρελθόν, μα και για κάθε μουσική που ενοχλούσε τους συντηρητικούς του κόσμου. Όσο αφορά τους ίδιους τους Black Sabbath; Φρόντισαν να εκμεταλλευτούν την εικόνα προς όφελός τους φυσικά – γιατί σε τελική ανάλυση, όλα είναι θέμα marketing.




Image Source


Από τα μέλη του συγκροτήματος εκείνοι που ήταν περισσότερο αναμειγμένοι τον καιρό εκείνο σε αποκρυφιστικές παραφιλολογίες και σχετικά ήταν ο τραγουδιστής Ozzy και, κυρίως, ο μπασίστας Geezer Butler. Ο Bulter είχε μεγαλώσει σε καθολική οικογένεια και η σκέψη του είχε εμποτιστεί με θεούς και δαίμονες. Του άρεσε εξάλλου να διαβάζει βιβλία αποκρυφιστών όπως ο Aleister Crowley. Μας εξιστορεί το ακόλουθο, πολύ ενδιαφέρον περιστατικό, που αφορά το ιστορικό του εναρκτήριου, ομότιτλου τραγουδιού: Πριν ακόμα οι Black Sabbath αποκτήσουν το τελικό τους όνομα, τον καιρό που ονομάζονταν ακόμα "Earth", o Butler είχε δανειστεί ένα βιβλίο με θέμα του τη μαγεία από τον Ozzy. Τον καιρό εκείνο είχε βάψει το δωμάτιο του μαύρο, κατάμαυρο και είχε κρεμάσει στους τοίχους ανάποδους σταυρούς και εικόνες με αναπαραστάσεις του σατανά. Ένα βράδυ, λοιπόν, διάβασε το βιβλίο και, πριν κοιμηθεί, το άφησε δίπλα στο κρεβάτι του, σ' ένα ράφι.

Κάποια στιγμή ξύπνησε - τότε, αντίκρισε με τρόμο μπροστά του μια πελώρια μαυροντυμένη φιγούρα. Στεκόταν εκεί, μπροστά απ' το κρεβάτι του. Πιθανό να ήταν η φαντασία του, σκέφτηκε... Όταν όμως πήγε να ελέγξει το βιβλίο στο ράφι, διαπίστωσε πως το βιβλίο είχε εξαφανιστεί.

...Αυτά σύμφωνα με την αφήγηση του Geezer Butler! Φαντασίωση ή μύθος, απέδωσε τουλάχιστον καρπούς. Κάπως έτσι λοιπόν προέκυψε η ιδέα και γεννήθηκε, σα δαιμονισμένο βρέφος, το ομότιτλο "Black Sabbath"...







Ήταν μόνο η Αρχή



Ο δίσκος σημείωσε αρκετά μεγάλη επιτυχία (φτάνοντας στην 8η θέση των βρετανικών charts), μα για τους Sabbath τα καλύτερα έμελλε να έρθουν στη συνέχεια. Ακόμα και αν δεν είναι, αντικειμενικά μιλώντας, ο πληρέστερος μουσικά δίσκος τους, ούτε εκείνος που ανέδειξε τις πλήρεις ικανότητες του συγκροτήματος, εν τούτοις το άλμπουμ κατέχει μυθικό status στα μάτια των οπαδών της μπάντας – και δικαιολογημένα. 

Η μυστήρια, σκοτεινή ατμόσφαιρα εντείνει τη μυθική του διάσταση, ενώ ορισμένα από τα τραγούδια του έμελλε να καταξιωθούν ως κλασικά. Πρώτο και καλύτερο το καταπληκτικό “N.I.B.” (click), το οποίο περιλαμβάνει ένα από τα πιο πιασάρικα ριφ στην ιστορία της ροκ μουσικής, ενώ εξιστορεί τον έρωτα του Σατανά για μια θνητή γυναίκα – και την προσπάθειά του να την ξελογιάσει.








Η λογοτεχνία τρόμου και φαντασίας βάδιζαν πάντα χέρι χέρι με το heavy metal – ήδη από το ξεκίνημά του. Το υπέροχο “Wizard” (click) αποτίει φόρο τιμής στον μάγο Gandalf του “Hobbit” και του “Lord of the Rings”, ενώ το “Behind The Wall Of Sleep” (click) είναι εμπνευσμένο από την ιστορία “Beyond The Wall Of Sleep” του H.P. Lovecraft.

Το “Evil Woman” υπήρξε το πρώτο single της μπάντας, μα στην πραγματικότητα συνιστά διασκευή του συγκροτήματος “Crow”. Όσο αφορά τα “Sleeping Village” και “Warning” (click), που κλείνουν τον δίσκο; Πρόκειται για ένα φινάλε που αποκαλύπτει τις blues ρίζες του Iommi, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει ακόμα περισσότερο τη μυστήρια, ανησυχητική διάθεση που αποπνέει το άλμπουμ στο σύνολό του… Ποιο είναι λοιπόν αυτό το «Χωριό» που αναφέρεται; Σε ποιους απευθύνεται η «Προειδοποίηση»; Μήπως βρισκόμαστε άραγε σε έναν τόπο πέρα από τον χρόνο, πέρα απ’ τη συνείδηση; Μήπως όλα είναι μέρος ενός ονείρου; Ενός ονείρου συλλογικού, κοινού για όλους;


Ένα είναι βέβαιο. Για τους Black Sabbath ήταν μόνο η αρχή. Η ιστορία τους είχε μόλις ξεκινήσει. Μα το αποψινό μας αφιέρωμα τελειώνει εδώ. Kαι το ψιλόβροχο αντηχεί για άλλη μια φορά...





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...