Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 60s. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 60s. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Ο Eric Clapton, o John Mayall και η γέννηση του Blues Rock





«Σεξ. Όταν είναι καλό, είναι πάρα, πάρα πολύ καλό. Όταν είναι κακό, και τότε ακόμα έχει τη φάση του. Και αυτή είναι η αίσθηση του να ακούς τον Eric Clapton».



Tα λόγια είναι του κιθαρίστα Tom McGuinness, γνωστού από τους Manfred Mann. Όσο αφορά τον Eric Clapton; Ο λόγος για τον άνθρωπο το όνομα του οποίου συχνά δέσποζε στους τοίχους του Λονδίνου, ανάμεσα σε γκράφιτι, αφίσες και συνθήματα, εκεί, στα χρόνια της δεκαετίας του 60. Υπήρξε μάλιστα ένα σύνθημα πολύ διαδεδομένο στην Αγγλία τον καιρό εκείνο, που πιθανό να είχε κάνει αρκετό κόσμο να απορήσει, βλέποντας το να γυροφέρνει από τοίχο σε τοίχο. Μα αν ο κόσμος απορούσε, ήταν σίγουρα γιατί δεν ήξερε – μπορούμε να κατανοήσουμε και να συγχωρέσουμε την άγνοιά του λοιπόν.

Το σύνθημα ήταν: “Clapton Is God”. Τρεις λέξεις που είχαν φτάσει σχεδόν να γίνουν σλόγκαν και, με τον δικό τους τρόπο, χάραξαν την εποχή τους, όπως αντίστοιχα τη χάραξαν οι χαρακτηριστικές νότες που εξαπολύονταν από την Gibson Les Paul κιθάρα του νεαρού Έρικ. Νότες σε ρυθμούς φευγάτους, ραντισμένες από πάνω μέχρι κάτω με τα blues. Ήταν ο ήχος που τράβηξε τότε την προσοχή ενός άλλου νεαρού, αρχηγού μπάντας, του John Mayall. Ο Mάγιαλ προσκάλεσε τον Clapton στη μπάντα του και ηχογράφησαν μαζί έναν δίσκο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής της δεκαετίας του 60 – και ο δίσκος εκείνος που θα εκτόξευε το φαινόμενο του Blues Rock πέρα ως τον ορίζοντα, ηλεκτρίζοντας τα σύννεφα και σκορπώντας κεραυνούς μουσικής ηδονής. Εκεί που οι νότες έσμιξαν με τον ηλεκτρισμό – ναι, ήταν μια μορφή σεξ αυτό το πράγμα.








Τόσο ο Clapton, όσο και ο John Mayall, έφεραν πίσω τους μερικά χρόνια μουσικού ψαξίματος και αναζήτησης. Κιθαρίστας ο πρώτος, κιμπορντίστας και τραγουδιστής ο δεύτερος, μα και παίχτης φυσαρμόνικας και κιθαρίστας με τη σειρά του. Ανήκαν αμφότεροι σε εκείνη τη γενιά των νεαρών Βρετανών της μεσαίας αστικής τάξης, που κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 60 είχαν ανακαλύψει μια μουσική ερχόμενη από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, δια μέσω των μαύρων αντιπροσώπων της. Ο λόγος για τα Blues. Μουσικοί όπως ο Sonny Boy Williamson, o J.B. Lenoir, o Jesse Fuller και ο Muddy Waters, ήχοι παραπονιάρικοι και συνάμα προκλητικοί, προερχόμενοι από ετερόκλητες περιοχές των ΗΠΑ όπως το Σικάγο και οι πολιτείες του Νότου, ένα εξίσου ετερόκλητο πάντρεμα μιας μουσικής παράδοσης με βάθος δεκαετιών (φτάνοντας ως τον 19ο αιώνα) και της σύγχρονης τεχνολογίας από την άλλη.

Τα Blues έφεραν στις αποσκευές τους ήδη μια πλούσια και αμφιλεγόμενη ιστορία, ραντισμένη στο ουίσκι και την πρόκληση. Ήταν μια αμιγώς μαύρη μουσική, ιδανική για να ταρακουνήσει τις εφησυχασμένες, καλοβαλμένες λευκές τάξεις των ΗΠΑ από τον ύπνο τους. Η μουσική αυτή είχε ήδη εξηλεκτρίσει τον ήχο της, στα χρόνια της δεκαετίας του 40 και του 50, και είχε ποτίσει με σπέρμα το νεογέννητο, τότε, ροκ εν ρολ. Ήταν ο καιρός για το επόμενο βήμα.

Το βήμα αυτό έγινε όταν οι μαύροι εκπρόσωποι των Blues παρουσίασαν ζωντανά τη μουσική τους μπροστά στο βρετανικό κοινό. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 60, σε μια χώρα που σύντομα θα γνώριζε την έκρηξη του ποπ φαινομένου των Beatles – και των υστερικών κοριτσιών που ούρλιαζαν, τραβώντας τις κοτσίδες τους. Μα αν οι Beatles αφύπνιζαν απαγορευμένες σεξουαλικές ενορμήσεις στα έφηβα κορίτσια της Αγγλίας, τα Blues το έκαναν αυτό, με τον δικό τους τρόπο, εδώ και πολλά χρόνια. Και ο δικός τους τρόπος ήταν πολύ περισσότερο άμεσος και βρώμικος. Δεν ήταν έρωτας. Ήταν σεξ. Ήταν ο τρόπος που θα συνέπαιρνε τον κόσμο που ανακάλυψε τα Blues, την εποχή εκείνη. Ήταν η τραχιά εκείνη ωμότητα και το αγνό συναίσθημά που τόσο εντυπωσίασε νέους και φιλόδοξους Βρετανούς μουσικούς, όπως ο Jimmy Page, o Eric Burdon, τα μέλη των Rolling Stones και φυσικά τον John Mayall – και τον Eric Clapton.








Κάπως έτσι τα μπλουζ πέρασαν από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη – από τους μαύρους στους λευκούς και από το περιθώριο στο επίκεντρο. Κάπως έτσι ξεκίνησε μία από τις χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις της περίφημης “British Invasion” – της «Βρετανικής Εισβολής», όπως ονομάστηκε. Όταν η μουσική που δημιούργησαν, με τη σειρά τους, οι νέοι που αναφέραμε και πολλοί άλλοι σαν αυτούς, διέσχισε για άλλη μια φορά τον Ατλαντικό και έφτασε στις ΗΠΑ, την πατρίδα που τη γέννησε – μεταμορφωμένη και ανανεωμένη. Τότε που τα βρετανικά συγκροτήματα των καιρών ζωγράφισαν τα δικά τους ηχοχρώματα στον μουσικό ορίζοντα της εποχής, χαράζοντας όχι μόνο τη δεκαετία του 60 – μα τη μουσική ιστορία στο σύνολο της.

Να το πούμε απλά: Χωρίς τα αμερικανικά Blues των μαύρων δεν θα είχε υπάρξει η ροκ μουσική των 60’s.

Ας επιστρέψουμε στους πρωταγωνιστές της σημερινής μας ιστορίας. Ο John Mayall είχε ήδη ηχογραφήσει έναν δίσκο, μα γύρευε το κάτι παραπάνω για την επόμενη δουλειά του. Τότε ήταν που άκουσε μία ηχογράφηση του βρετανικού συγκροτήματος των Yardbirds – ήταν το τραγούδι “I Ain’t Got You” (κλικ). Στο συγκρότημα κιθάρα έπαιζε ο Eric Clapton. Ο Mayall εντυπωσιάστηκε από την τεχνική του Κλάπτον. Ο Κλάπτον, με τη σειρά του, είχε απογοητευτεί με τον αυξανόμενο ποπ προσανατολισμό που έπαιρνε η μπάντα του – γούσταρε την ωμή τραχύτητα των Blues, σε αυτά είχε παραδώσει την ψυχή του, όπως ο προκάτοχος του Robert Johnson στον διάβολο. Κάπως έτσι ο Κλάπτον εγκατέλειψε τους Yardbirds – και έπειτα από ορισμένες αναζητήσεις ένωσε τη δύναμη του με εκείνη του John Mayall. Ήταν πια καιρός να γραφτεί μουσική ιστορία – και δεν υπερβάλλουμε καθόλου.








Το άλμπουμ “John Mayall and the Blues Breakers with Eric Clapton” κυκλοφόρησε το 1966 – λίγο καιρό μετά ήταν που άρχισαν να εμφανίζονται τα συνθήματα που αναφέραμε, στους τοίχους του Λονδίνου, με τη χαρακτηριστική φράση – “Clapton Is God”. Πέραν των δυο τους, οι Blues Breakers απαρτίζονταν από τον μπασίστα John McVie, ο οποίος λίγο καιρό μετά (με τον διάδοχο του Clapton στο συγκρότημα, Peter Green) θα σχημάτιζαν το πασίγνωστο γκρουπ των Fleetwood Mac. Στα ντραμς των Blues Breakers ήταν ο Hughie Flint.

Η τετράδα θα παρέδιδε μια σειρά από τραγούδια και ορχηστρικά, που θα ανήκαν στα επιδραστικότερα της εποχής τους – είχαν υπάρξει αρκετά άλμπουμ της βρετανικής σκηνής τα περασμένα χρόνια που ενσωμάτωναν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στοιχεία από τα Blues, μα ήταν ο συγκεκριμένος δίσκος που καθιέρωσε το φαινόμενο του νεογέννητου, τότε, κύματος του βρετανικού Blues Rock. Η συνέχεια θα ήταν κατακλυσμιαία, κυριολεκτικά. Μα ανάμεσα στις κομβικές στιγμές αυτής της μουσικής, καμία δεν ήταν τόσο κομβική όσο αυτός εδώ ο δίσκος του 1966.

Ξεχείλιζε φοβερή μουσική, απλά. Και αν είχε τις περισσότερο «πιασάρικες» και «ποπ» στιγμές του, δεν ήταν εκείνο το στοιχείο που τον χαρακτήριζε – Όχι, ήταν τα Blues. Μόνο τα Blues, στην πιο ηλεκτρική μορφή που είχε ακούσει ο κόσμος μέχρι τότε. Η κιθάρα του Έρικ Κλάπτον, η περίφημη Gibson Les Paul έμεινε στην ιστορία, όπως επίσης η χαρακτηριστική παραμόρφωση του ήχου της, από έναν ενισχυτή Marshall. Κανείς δεν είχε ακουστεί έτσι, ως τότε – μα λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία αυτού του δίσκου, λίγους μόνο μήνες μετά τα μουσικά πειράματα του Κλάπτον – όλοι οι κιθαρίστες στη Βρετανία δοκίμαζαν το ίδιο.







Ο δίσκος κυριολεκτικά παραδίδει έναν επιβλητικό φόρο τιμής στα αυθεντικά Blues μουσικών όπως ο Buddy Guy και ο Freddie King – μα μένοντας πιστός στις επιρροές του, πηγαίνει ακόμα παραπέρα. Η κιθάρα του Κλάπτον δεν εμφανίζεται συνέχεια – σε σημεία είναι η φυσαρμόνικα του Mayall εκείνη που ξεχωρίζει. Μα όταν ο μικρός θεός Eric αποφασίζει να ηλεκτρίσει την ατμόσφαιρα, το αποτέλεσμα είναι μοναδικό. Όσο αφορά το χαρακτηριστικό εξώφυλλο του δίσκου, με τον Eric να διαβάζει το παιδικό κόμικ “Beano”; (επειδή, όπως είχε πει, αισθανόταν κάπως «μη-συνεργάσιμος» κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης). Το εξώφυλλο ήταν αφορμή ο δίσκος να καταξιωθεί στη σκέψη πολύ κόσμου ως “The Beano Album”.

Η συνέχεια θα ήταν γεμάτη μουσική, ραντισμένη στον ίδιο πάντα αέρα – εκείνον με τη μυρωδιά από ουίσκι, κάποιο φτηνό μοτέλ, το άρωμα κάποιας γυναίκας ίσως. Μα και μια διάθεση για εκτόξευση σε έναν ορίζοντα γεμάτο ηλεκτρισμό – είχαμε πια μπει στην εποχή του Blues Rock και τα επόμενα χρόνια θα αφήνονταν στη ξέφρενη του φλόγα.

Μια φλόγα η οποία συνεχίζει να μας συνεπαίρνει μέχρι σήμερα – και είμαι βέβαιος, για πολύ καιρό ακόμη.







John Mayall and the Blues Breakers with Eric Clapton

Έτος: 1966

Είδος: Blues Rock

Track List (στην παρένθεση ο συνθέτης):

"All Your Love" (Otis Rush) – 3:38
"Hideaway" (Freddie King/Sonny Thompson; interpolating "The Walk" by Jimmy McCracklin) – 3:17
"Little Girl" (Mayall) – 2:36
"Another Man" (Mayall) – 1:47
"Double Crossing Time" (Clapton/Mayall) – 3:04
"What'd I Say" (Ray Charles; interpolating "Day Tripper" by John Lennon/Paul McCartney) – 4:28
"Key to Love" (Mayall) – 2:08
"Parchman Farm" (Mose Allison) – 2:22
"Have You Heard" (Mayall) – 5:56
"Ramblin' on My Mind" (Robert Johnson/Traditional) – 3:08
"Steppin' Out" (L. C. Frazier) – 2:30
"It Ain't Right" (Little Walter) – 2:45




Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

"Respect": Η Ιστορία ενός Τραγουδιού






"All i am asking... is for a little RESPECT". Αναμφισβήτητα ένας από τους περισσότερο αναγνωρίσιμους στίχους στην ιστορία της μουσικής. Λόγια και νότες που ξεπέρασαν το στενό όριο του καιρού τους και εκτινάχτηκαν στο διαστημικό εκείνο όχημα που θα τα μετέφερε πέρα το φάσμα του χρόνου – θα τα έκανε διαχρονικά. Ταυτόχρονα όμως τα λόγια αυτά συνδέθηκαν όσο λίγα με την εποχή που τα ανέδειξε – μια εποχή αφύπνισης, εξέγερσης, ανάκτησης δικαιωμάτων. Μια περίοδος της ιστορίας που σαν ξυπνητήρι φώναξε πάνω στα αυτιά κάθε κοιμισμένου.

Μα για δες – το ξυπνητήρι αυτό ηχούσε σαν τη φωνή μίας γυναίκας. Μια φωνή ζωηρή, δυναμική, ενεργητική, υπερχειλίζουσα πάθος. Και το όνομα αυτής της γυναίκας είναι Aretha Franklin.  

Ο λόγος φυσικά για το "Respect", ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια-μανιφέστα που γράφτηκαν ποτέ, μα και θεμέλιο στην εξέλιξη της Soul μουσικής. Τον καιρό εκείνο που η Soul, σαν άλλη αγριόγατα, φανέρωνε στον έκπληκτο κόσμο τα νύχια και τα δόντια που δέσποζαν πίσω από το αγαπησιάρικο παράστημά της… Τον καιρό που η μαύρη μουσική πρωτοστατούσε στους αγώνες για τα δικαιώματα των μαύρων, μα και των καταπιεσμένων του κόσμου όλου. Εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του 60. 

Μα αν το “Respect”, όπως το ερμήνευσε η Aretha Franklin, στάθηκε σημαιοφόρος μιας εποχής κοινωνικής ανάτασης, έχει ενδιαφέρον να θυμίσουμε στον κόσμο πως το τραγούδι, στην αυθεντική του εκδοχή, συνιστά έναν ύμνο στον έρωτα και στην αφοσίωση ενός ανθρώπου απέναντι στη σύντροφο του. Το αυθεντικό “Respect” γράφτηκε και ερμηνεύτηκε πρώτη φορά από τον Otis Redding. Οι στίχοι και το νόημα του τότε ήταν πολύ διαφορετικά, σε σχέση με την εκδοχή που θα το διαδεχόταν. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως ένα βαθύ ερωτικό κομμάτι, γραμμένο από έναν άντρα για τη γυναίκα που αγαπάει, έφτασε να μετατραπεί σε ύμνο της γυναικείας χειραφέτησης…






***


Όλα ξεκίνησαν με τον Otis Redding - τη σημαντικότερη φωνή της ιστορικής Stax Records και έναν από τους μεγαλύτερους και επιδραστικότερους ερμηνευτές της Soul, όλων των εποχών. Ήταν το έτος 1965, όταν ο Redding έγραψε και ηχογράφησε το τραγούδι, για τον δίσκο του "Otis Blue" – αναμφισβήτητα το κλασικότερο του άλμπουμ και ένας δίσκος-ορόσημο της μαύρης μουσικής. Οι στίχοι αναφέρονται σ' έναν άντρα που εργάζεται σκληρά, αντιμετωπίζει δυσκολίες, και το μόνο που γυρεύει στο τέλος, γυρνώντας σπίτι του το βράδυ, είναι "λίγο σεβασμό" από τη γυναίκα και την οικογένεια του. Ο τόνος του είναι συναισθηματικός, σχεδόν παρακλητικός- αναφέρεται με τρυφερότητα στη γυναίκα του, λέγοντας πως είναι διατεθειμένος να μοιραστεί μαζί της τα πάντα, και το μόνο που ζητάει σε αντάλλαγμα είναι λίγο σεβασμό.


What you want
Honey you've got it
And what you need
Baby you've got it
All I'm asking
Is for a little respect when I come home
Hey little girl, you're so sweeter than honey
And I am about to just give you all my money
All I'm asking for
Is a little respect when I come home







Μάλιστα είναι διατεθειμένος να ανεχτεί το οτιδήποτε από την πλευρά της γυναίκας του, αρκεί αυτό να γίνεται όσο εκείνος απουσιάζει:


Do me wrong
Honey if you wanna
You can do me wrong Honey while I am gone
But all I'm asking for
Is for a little respect when I come home


Ερμηνευμένο από τον Otis Redding, το αυθεντικό “Respect” συγκαταλέγεται στο πλούσιο ρόστερ των ερωτικών τραγουδιών του, αποκαλύπτοντας έναν άντρα πονετικό κι ευαίσθητο. Έναν άντρα που αγαπάει βαθιά τη γυναίκα του και την έχει απόλυτη ανάγκη.








***


Δύο χρόνια μετά όμως, εν έτει 1967, θα επερχόταν μια καθοριστική μεταμόρφωση. Μία νεαρή τραγουδίστρια της Soul, όχι ιδιαίτερα γνωστή ακόμα, αποφάσισε να διασκευάσει το τραγούδι του Redding... Η διασκευή όμως δεν στάθηκε μόνο στο κομμάτι της μουσικής… Μα επεκτάθηκε στον πολύ σημαντικό τομέα των στίχων. Οι αλλαγές φαινομενικά ήταν μικρές – μα εκείνες που έγιναν, σχεδόν αναποδογύρισαν ως δια μαγείας το τραγούδι, μεταμορφώνοντάς το, δημιουργώντας κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό. Και αν η αυθεντική εκδοχή είχε σκοπό να συγκινήσει… η διασκευή είχε σκοπό να προκαλέσει. Το χέρι της δεν άπλωνε σαν χάδι… μα τινασσόταν σαν χαστούκι. Η φωνή της δε ξεχείλιζε μόνο συναίσθημα… μα και από έναν πρωτόγνωρο, για τα δεδομένα των καιρών, δυναμισμό. Ήταν ερωτική και ταυτόχρονα προκλητική. Ήταν μια γυναίκα που δεν ανεχόταν κάποια πράγματα και δε φοβόταν πια να το δηλώσει ευθαρσώς.

Ήταν η Aretha Franklin. Και μετά από τη διασκευή αυτή, η οποία παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο άλμπουμ της “I Never Loved A Man The Way I Loved You” – τον δίσκο που την καταξίωσε – Μετά από τη διασκευή αυτή τίποτα δε θα ήταν ξανά ίδιο για τη Soul μουσική.








H Franklin πήρε τον βασικό κορμό του τραγουδιού, μουσικό και στιχουργικό, έκανε όμως ορισμένες σημαντικές διαφοροποιήσεις. Τώρα το "Respect" αποδίδεται από την οπτική γωνία της γυναίκας, όχι του άντρα. Ο τρυφερός, σχεδόν παρακλητικός τόνος των στίχων του Redding, έχει παραχωρήσει τη θέση του σε έναν τόνο πέρα από συναισθηματισμούς. Η Aretha δε ζητάει τον σεβασμό - τον απαιτεί.

"Διαθέτω όλα όσα χρειάζεσαι", μας λέει. "Θα σου δώσω ό, τι έχω, μα γυρεύω το δικό μου μέρισμα, επί ίσοις όροις. Το μόνο που ζητώ είναι σεβασμό από σένα, όταν γυρίζεις σπίτι".

(Ooh) What you want
(Ooh) Baby, I got
(Ooh) What you need
(Ooh) Do you know I've got it
(Ooh) All I'm askin'
(Ooh) Is for a little respect when you come home (just a little bit)

Ο δυναμισμός ξεχειλίζει, αναδεικνύοντας μια γυναίκα σε πλήρη γνώση της δύναμης, της σκέψης και της σεξουαλικότητας της. Mία γυναίκα που διαθέτει η ίδια χρήματα – δεν τα λαμβάνει όλα από τον άντρα της (“so is my money”). Το αυθεντικό τραγούδι θύμιζε περισσότερο την αφοσίωση ενός πιστού και αγαπημένου σκύλου. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με μία αγριόγατα.

Ooh, your kisses (ooh)
Sweeter than honey (ooh)
And guess what (ooh)
So is my money (ooh)
All I want you to do (ooh) for me
Is give it to me when you get home (re, re, re ,re)
Yeah baby (re, re, re ,re)
Whip it to me (respect, just a little bit)
When you get home, now (just a little bit)







Σε κάποιο σημείο η λέξη R-E-S-P-E-C-T απαγγέλεται γράμμα προς γράμμα, ενώ η Franklin τραγουδάει, συνοδευόμενη από πλήθος γυναικών… Προκλητικά επαναλαμβάνουν στίχους όπως “sock it to me”.


R-E-S-P-E-C-T
Find out what it means to me
R-E-S-P-E-C-T
Take care, TCB
Oh (sock it to me, sock it to me, sock it to me, sock it to me)
A little respect (sock it to me, sock it to me, sock it to me, sock it to me)


...Και αν δε λάβει τον σεβασμό που επιζητά, μας λέει απερίφραστα:


Or you might walk in (respect, just a little bit)
And find out I'm gone (just a little bit)



***


…Kάπως έτσι λοιπόν γράφτηκε ιστορία. Για τον Otis Redding το “Respect” έμελλε να καταξιωθεί ως ένα από τα ομορφότερα τραγούδια του. Για την Aretha Franklin, το τραγούδι που την ανέδειξε και το πρώτο από μια σειρά λαμπρών επιτυχιών. Για το αναδυόμενο κίνημα των δικαιωμάτων των γυναικών, το “Respect” θα μετατρεπόταν σε σημαία.


Και για τη μουσική συνολικά, θα απέβαινε ένα από τα λαμπρά ορόσημά της.






Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...