Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Disco. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Disco. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Η Νύχτα που Σκότωσε τη Disco






Ήταν το βράδυ της 12ης Ιουλίου του 1979. Τοποθεσία, το γήπεδο της ομάδας μπέιζμπολ των Chicago White Sox. Στο διάλειμμα του αγώνα μεταξύ των White Sox και των Detroit Tigers, πλήθη κόσμου εξαπολύουν σα φρενιασμένοι δίσκους ντίσκο μουσικής στο κέντροτου γηπέδου. Δεκάδες χιλιάδες στις εξέδρες (συνολικά, πάνω από 50.000 κόσμου) φωνάζουν εκστασιασμένοι, τα μάτια τους πετώντας σπίθες. Οι περισσότεροι δεν είχαν έρθει καν για τον αγώνα, δε τους ενδιέφερε το baseball.

Είχαν έρθει για να δουν τη disco να πεθαίνει και να γελάσουν πάνω από το πτώμα της. Να τη σκοτώσουν οι ίδιοι, να μπήξουν τη ταφόπλακα στο χώμα και να φτύσουν από πάνω.

Ποδοπατημένα βινύλια μαζεύονται στο γρασίδι. Πετούν σαν ιπτάμενοι δίσκοι σε τροχιά καταστροφής. Στο κέντρο, σ' ένα πελώριο κουτί, οι μαζικές συνεισφορές του πλήθους: Δίσκοι στιβαγμένοι σαν άψυχα κορμιά. Κάθε οπαδός που ερχόταν στο γήπεδο φέρνοντας μαζί του από ένα βινύλιο ντίσκο μουσικής, έπαιρνε αυτομάτως φτηνότερο εισιτήριο για το ματς - είχαν μαζευτεί χιλιάδες. Πολλοί δεν είχαν μπορέσει καν να μπούνε μέσα - δε τους χώραγε, και έτσι χιλιάδες επιπρόσθετου κόσμου περιμένε έξω από το στάδιο.









Δύο άνθρωποι έκαναν την εμφάνιση τους, μέσα στις επευφημίες και τις φωνές. Ήταν οι διάσημοι ραδιοφωνικοί παραγωγοί Steve Dahl και Garry Meier. Το πλήθος άρχισε να φωνάζει ρυθμικά "DISCO SUCKS-DISCO SUCKS" και οι παραγωγοί λούστηκαν στις ιαχές, καλώντας τον κόσμο να φωνάξει δυνατότερα. Στο κουτί, μαζί με τα βινύλια, είχε μπει μια σειρά από εκρηκτικά. Ο Steve Dahl έθεσε σ' ενέργεια τον μηχανισμό.

Μια πελώρια έκρηξη. Μια φωτιά. Τα μάτια του πλήθους έλαμψαν στις φλόγες. Ο κόσμος ξεχύθηκε απ' τις κερκίδες, έτρεξε κατά χιλιάδες μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Οι αστυνομικές δυνάμεις μάταια προσπάθησαν να τους αποτρέψουν. Στον χώρο του γηπέδου, πάνω στο γρασίδι, είχε δημιουργηθεί μια πελώρια τρύπα από την έκρηξη. Άδεια, σαν τα βλέμματα του εκστασιασμένου όχλου.

Η συνέχεια του αγώνα αναβλήθηκε και το περιστατικό έμεινε στην ιστορία ως "Disco Demolition Night" - η νύχτα που σκότωσε τη Ντίσκο.







H άνοδος και πτώση του φαινομένου της Ντίσκο



Αντίστοιχο συσσωρευμένο ξέσπασμα μίσους δε πρέπει να έχει υπάρξει ξανά στα χρονικά της μουσικής, εκτοξευόμενο όχι απέναντι σε κάποιον συγκεκριμένο μουσικό ή συγκρότημα, μα σ' ένα ολόκληρο μουσικό ιδίωμα. Αυτό για όσους νομίζουν πως η ιστορία της Ντίσκο ήταν μια ιστορία πολύχρωμη, ανέμελη και χαρούμενη, φανταχτερή και λαμπερή όπως οι ντισκομπάλες. Κάθε άλλο - η κουλτούρα της Ντίσκο αγαπήθηκε παράφορα, μα και μισήθηκε εξίσου έντονα. Μεγαλύτεροι εχθροί της εκείνοι οι οπαδοί της Ροκ, που έβλεπαν την αγαπημένη τους μουσική να παραγκωνίζεται στις προτιμήσεις του κόσμου και στις κορυφές των charts, μα και σημαντική μερίδα των συντηρητικών αμερικανών που αισθάνονταν πως απειλούνταν οι αξίες τους - και αυτοί οι τελευταίοι είναι πάντα επικίνδυνοι.

Τα χρόνια ανάμεσα στο 1976 και το 1979 είδαν τη Ντίσκο να μετατρέπεται σε πολιτισμικό φαινόμενο, ενδυματολογικό στυλ, τρόπο διασκέδασης, κίνησης, χορού. Η σαρωτική επιτυχία της ταινίας "Saturday Night Fever", η εκτόξευση της χορευτικής φιγούρας του Travolta στις συνειδήσεις του κόσμου, οι αδιάκοπες επιτυχίες των Bee Gees, της Donna Summer, της Gloria Gaynor και των λοιπών (μαύρων, στην πλειοψηφία τους) σουπερστάρ, η ανάδειξη των Ντισκοτέκ στο επίκεντρο της ζωής της νύχτας... μα και οι έκλυτοι ρυθμοί διασκέδασης, η πλήρης απελευθέρωση κάθε ηθικού φραγμού, η ελεύθερη σεξουαλικότητα και ο ηδονισμός που προωθούσε στο έπακρο το νέο εκείνο στυλ - αυτό δεν άρεσε στους πάντες.



Donna Summer



Ακόμα περισσότερο δεν άρεσε το γεγονός πως στο επίκεντρο του νέου αυτού μουσικού κινήματος βρίσκονταν οι μειονότες των αφροαμερικάνων, των λατίνων, μα και - το πιο τρομακτικό όλων - των γκέι.

Οι αφροαμερικάνοι υπήρξαν οι γεννήτορες, οι δημιουργοί και οι σημαντικότεροι εκφραστές σε μουσικό επίπεδο - η Disco ήταν επίγονος της μαύρης Funk και Soul των 70's, εμποτισμένη με τον αρχέγονο εκείνο χορευτικό ρυθμό που συνιστά σήμα κατατεθέν της μαύρης μουσικής, πηγαίνοντας πίσω στις ρίζες του χρόνου, φτάνοντας ως τα πρώτα υπνωτιστικά κρουστά της Αφρικής... Η Ντίσκο συνιστούσε προέκταση της μαύρης κουλτούρας, ενταγμένης πλέον στο mainstream, όχι πολεμώντας το όπως γινόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια. Και όπως είχε γίνει τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν (με τη τζαζ, με τα blues, με το rock 'n roll), η μουσική αυτή και ο τρόπος ζωής που πρόβαλλε θεωρήθηκαν παρακμιακά από τη μερίδα εκείνη των συντηρητικών ηθικολόγων, που φοβούνταν για την κατάπτωση των ηθών της κοινωνίας.

Η διάχυτη σεξουαλικότητα, η προβολή του ελεύθερου σεξ, τα "όργια" στις ντισκοτέκ (τόσο τα αληθινά, όσο και εκείνα που φαντάζονταν οι πολέμιοι της), μα και η χρήση ναρκωτικών (κυρίως της κοκαϊνης, που ταυτίστηκε με το νέο lifestyle) έκαναν χειρότερα τα πράγματα. "Η αίθουσα των επισήμων του Studio 54 θα έκανε τα Σόδομα και τα Γόμορα να μοιάζουν με νηπιαγωγείο", είχε πει ένας Dj που εργαζόταν στο Studio 54 – τη διασημότερη Ντισκοτέκ των καιρών. Όσο αφορά τους γκέι, είχαν βρει σε αυτή τη μουσική ένα στυλ που τους εξέφραζε και η αμφιλεγόμενη εικόνα συγκροτημάτων όπως οι Village People έκανε ακόμα χειρότερα τα πράγματα - πολλοί ήταν οι γονείς που φοβήθηκαν μήπως τα παιδιά τους αποκτήσουν "λανθασμένα πρότυπα".





από το "Studio 54"



Όσο αφορά μια σημαντική μερίδα των οπαδών της παραδοσιακής Ροκ, αυτοί έβραζαν στο ζουμί τους. Έβρισκαν τη μουσική επιφανειακή, στερημένη νοήματος, αδύναμη τεχνικά, ενώ οι ανερχόμενοι τα χρόνια εκείνα Punks ενοχλούνταν από τη μαζική αποδοχή της, το mainstream στοιχείο της - το γεγονός πως η Ντίσκο συνιστούσε όαση ελευθερίας και χορευτικής έκφρασης για τις έγχρωμες μειονότητες του τόπου ήταν κάτι που τους άφηνε αδιάφορους. Για τους οπαδούς της Punk, ένα είδος μαύρης μουσικής των καιρών ήταν αποδεκτό, και αυτό υπήρξε η Reggae - εξαιτίας του αντικομφορμιστικού της στυλ. Μάλιστα στην απονομή των βραβείων Grammy του 1979, λίγο καιρό πριν το μοιραίο βράδυ που περιγράψαμε, η Disco είχε θριαμβεύσει, σε βάρος της Ροκ, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι μουσικοί της ροκ και εναλλακτικής σκηνής που είχαν αρχίσει να ενσωματώνουν στοιχεία από το νέο στυλ στον ήχο τους - ανάμεσα τους οι E.L.O., o David Bowie, oι Pink Floyd και οι Blondie.

Και αν οι μουσικοί αποδεικνύονταν περισσότερο ανοιχτόμυαλοι οι ίδιοι, οι ίδιες οι δισκογραφικές εταιρίες της ροκ μουσικής δε μπορούσαν να το ανεχτούν αυτό... Η ντίσκο έπρεπε να πέσει, αλλιώς η Ροκ θα πέθαινε στα χέρια της. Παραγωγοί όπως ο Steve Dahl άρχισαν να προωθούν καμπάνιες ενάντια στη Disco, ενώ το σύνθημα "Disco Sucks" έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα των καιρών.

Τα γεγονόταν άρχισαν να διαδέχονται το ένα το άλλο. Στο Seattle, για παράδειγμα, εκατοντάδες οπαδοί της ροκ επιτέθηκαν σε μια ντισκοτέκ (μη με ρωτάτε ποιός νίκησε, ο εξαγριωμένος όχλος ή το κτίριο), ενώ στο Portland ένας Dj κατέστρεψε με ένα... ηλεκτρικό πριόνι (!) δίσκους disco και χιλιάδες πλήθους τον επευφημούσαν...

Το αποκορύφωμα όλων υπήρξε η Νύχτα που περιγράψαμε πάνω. Ένα περιστατικό που μας επαναφέρει, κυριολεκτικά, στις μέρες του Μεσαίωνα, ή, αν προτιμάτε κάτι περισσότερο πρόσφατο, στα μαζικά καψίματα των ναζί, ή στις εξεγέρσεις των θρησκόπληκτων.









Μ' αυτά και μ' αυτά όμως, οι μαζικές αντιδράσεις του πλήθους απέδωσαν καρπούς. Λίγο καιρό μετά, η Disco στις ΗΠΑ είχε πια πεθάνει. Παραφράζοντας το Νίτσε: "Η Ντίσκο πέθανε, η Ντίσκο είναι νεκρή! Τη σκοτώσαμε - εμείς όλοι τη σκοτώσαμε!". Οι ντισκοτέκ άρχισαν να κλείνουν η μία μετά την άλλη, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί έκαναν μποϊκοτάζ, μη προωθώντας άλλο ντίσκο μουσικούς, ενώ οι δισκογραφικές εταιρίες έριξαν όλο τους το βάρος σε άλλα μουσικά ιδιώματα.

Ο τελευταίος παράγοντας υπήρξε και ο πλέον καθοριστικός - τα οικονομικά συμφέροντα. Η ντίσκο έπαψε να είναι "ιν" και χρειαζόταν να βρεθεί αντικαταστάτης. Λίγα χρόνια μετά θα γινόντουσαν της μόδας τα συγκροτήματα της σκληρής ροκ, κυρίως εκείνα του χώρου του Glam/Hair Metal. Η νεολαία θα έβρισκε νέα μουσικά πρότυπα, οι γονείς για άλλη μια φορά θα φοβόντουσαν για τα παιδιά τους, και οι συντηρητικοί θα έτρεμαν ξανά για την "κατάπτωση των ηθών" της νέας μουσικής.

Μέχρι που, στα τέλη των 80's, το Glam Metal έπαψε να είναι επικερδές... Οι δισκογραφικές εταιρίες έπρεπε να βρουν ένα νέο ήρωα, και τον βρήκαν στο πρόσωπο ενός ανήσυχου μουσικού, με σκισμένα τζιν και ατιμέλητο look... Το όνομα του Kurt Cobain. Η ιστορία αλλάζει πρόσωπα, μα πόσο ίδια μένει.



από το "Studio 54" - διακρίνουμε τον Michael Jackson



Όσο αφορά τη Disco... Τα χρόνια πέρασαν, ο πυρετός του Σαββατόβραδου έσβησε, μα η κληρονομιά της έμεινε. Κατά τη διάρκεια της δεκετίας του 80 αναβίωσε στην Ευρώπη με νέα μορφή, λιγότερο funky και περισσότερο ηλεκτρονική (κάτι φυσικό, καθώς απουσίαζε το μαύρο στοιχείο στη διαμόρφωση της), ένα στυλ που καθιερώθηκε κυρίως με το όνομα "Italo-Disco", ή "Euro-Pop". Πολλοί από εμάς γνωρίσαμε τη Disco από την ευρωπαϊκή αυτή μεταμόρφωση της. Και σήμερα, δεκαετίες μετά τη "Νύχτα που τη Σκότωσε", η Disco παραμένει αγαπητή σε όλους εκείνους τους νεότερους που την ανακαλύπτουν, ξανά απ' την αρχή, και αφήνονται στους τρελά κολλητικούς ρυθμούς της. Μεταξύ των οποίων και πλήθη οπαδών της ροκ και μέταλ μουσικής, οι οποίοι σίγουρα θα απορούσαν κοιτάζοντας πίσω, βλέποντας το μίσος που είχε συσσωρευτεί και τις αντιδράσεις που προκάλεσε. Η Disco πέθανε, μα όσο έζησε χάραξε το όνομα της με ανεξίτηλα γράμματα στο Χρυσό Βιβλίο της Μουσικής.

Ό,τι και να λέμε. Ελάχιστες εμπνεύσεις του ανθρώπου, καθ' όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, φέρουν μέσα τους τόση δύναμη χορευτικής ενέργειας και απελευθέρωσης, όσο η συγκεκριμένη μουσική. 







Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Donna Summer - Bad Girls







Donna Summer – Bad Girls

Έτος – 1979

Είδος – Disco (and more)




Κάποιες μουσικές μοιάζουν με τη φωτιά που σιγοκαίει σταθερά σε μια ζεστή εστία – άλλες πάλι θυμίζουν περισσότερο εκείνες τις λαμπρές φωτοβολίδες, που εκτινάσσονται με δύναμη στον ουρανό και εντυπωσιάζουν με την εκτυφλωτική τους λάμψη… Μόνο που η λάμψη τους έχει σύντομη διάρκεια. Πολύ γρήγορα το φως χάνεται και ο ουρανός βυθίζεται πάλι στην ψυχρή ανταύγεια των αστεριών. Ποιος όμως μπορεί να ξεχάσει τις μοναδικές αυτές φωτοβολίδες?

Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την έκρηξη του φαινομένου της Disco, εκεί στο δεύτερο μισό της Δεκαετίας του 70. Υπήρξε μία από τις εντυπωσιακότερες εκφάνσεις της μουσικής βιομηχανίας και της μαζικής κουλτούρας των τελευταίων δεκαετίων, καθιερώνοντας πρότυπα μόδας, μορφές διασκέδασης και υμνώντας έναν ορισμένο τρόπο ζωής – δόσιμο στους ρυθμούς της Νύχτας, τον χορό, απόλυτη άφεση στις ηδονές, τις καταχρήσεις, λάμψη, γκλαμουριά και ελευθεριακότητα. Υπήρξε το πνεύμα των μειονοτήτων (μαύρων, γυναικών και ομοφιλόφιλων) που ξεπρόβαλε από τα κινήματα των προηγούμενων χρονων και γύρευε διέξοδο στην ολική παράδοση των απολαύσεων.

Οι ασυδοσίες της Disco era τρόμαζαν τους συντηρητικούς. Η επιφανειακή της όψη ενοχλούσε τους σοβαρούς μουσικόφιλους. Οι μειονότητες όμως είχαν βρει στη Disco το στυλ που τους έδινε φτερά – λες και είχε ποτίσει κάποιος την καλή και αγαπημένη Soul μουσική με αλκοόλ και της είχε ανοίξει την πύλη για την απαγορευμένη Πολιτεία των Οργίων. 








Η αυθεντική Disco χάραξε τα χρόνια μεταξύ 1975-78, ωστόσο στα τέλη της δεκαετίας είχε αρχίσει η παρακμή. Οι εχθροί της πλήθαιναν διαρκώς και το σύνθημα “Disco Sucks” κυριαρχούσε αριστερά και δεξιά. Η μουσική βιομηχανία αναζητούσε νέες εμπορικές μουσικές διεξόδους – θα τις έβρισκε στην ποπ και σκληρή ροκ μουσική της επόμενης δεκαετίας. Πολλοί από τους καλλιτέχνες της Disco, ως τα τέλη της δεκαετίας, είχαν πέσει σε δυσμένεια.

Όχι όμως η «βασίλισσα της Disco», όπως την αποκάλεσαν. Εν έτει 1979 η Donna Summer παρέδωσε το απόλυτο ίσως έργο της. Ο τίτλος του “Bad Girls”. To εξώφυλλο απεικονίζει την Donna σε μία από τις σεξουαλικότερες της εμφανίσεις, αντανακλώντας πλήρως τον ηδονισμό που χαρακτήριζε τη Disco και ενοχλούσε ορισμένη μερίδα κόσμου – θυμίζω, βρισκόμαστε ακόμα στα 70s, πολύ πριν τη Madonna. H Donna Summer ποζάρει κυριολεκτικά σαν πόρνη του δρόμου, κάτω από το κόκκινο φως, ενώ ο μαστρωπός αστυνομικός ελέγχει την κίνηση.








Η Disco άφησε πίσω της πλήθος από χιτ, λίγα όμως άλμπουμ τα οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε κλασικά. Οι δίσκοι της Donna Summer ωστόσο ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλά με ένα ή δύο τραγούδια σαπουνόφουσκες. Η Donna είχε την τύχη να συνεργάζεται με έναν εκ των κορυφαίων παραγωγών και μουσικών της disco era, τον θρυλικό Giorgio Moroder. O συγκεκριμένος κύριος με το χαρακτηριστικό μουστάκι εκτόξευσε τη μουσική της σε άλλα επίπεδα, μετακινώντας την πρώιμη, και εμποτισμένη από τη Soul και Funk, Disco σε περισσότερο ηλεκτρονικούς ήχους, πειραματιζόμενος με τα συνθεσάιζερ και λοιπά μηχανήματα των καιρών και προλειαίνοντας το έδαφος για την εκτόξευση των ηλεκτρονικών ήχων (και της italo-disco σκηνής) της δεκαετίας του 80. 

Ο Moroder υπήρξε σημαντικός για το σύνολο της ηλεκτρονικής μουσικής – τα πειράματα του σε σημεία θυμίζουν μια περισσότερο χορευτική εκδοχή των Kraftwerk. 



Donna Summer, Giorgio Moroder



Στο “Bad Girls”, o Moroder, παρέα με τον Pete Bellotte στην παραγωγή, παραδίδουν μοναδικά δείγματα ανεβαστικής μουσικής, πέρα από όρια και ταμπέλες. Η διάθεση της Donna Summer να ανήκει σε μια μουσική σφαίρα έξω και πέρα από στεγανά και όρια είχε ήδη φανεί με ορισμένες από τις προηγούμενες δουλειές της και στο “Bad Girls” φτάνει στο απόγειο της. Πρέπει κάποιος να ακούσει αυτόν τον δίσκο, από την αρχή μέχρο το τέλος, για να καταλάβει με τι έχουμε να κάνουμε.

Το θρυλικό “Hot Stuff” ξεκινάει με ηλεκτρικές κιθάρες, συνδυάζοντας τους χορευτικούς ρυθμούς με ένα απίστευτα πιασάρικο ροκ υπόστρωμα.  Στιχουργικά αναφέρεται σε μια γυναίκα που εξορμεί σε ένα κέντρο, έτοιμη για όλα, σε αναζήτηση ενός εραστή που θα της παρέχει ατελείωτες στιγμές ηδονής. Δε περιμένει τον τέλειο άντρα να σκαρφαλώσει στο παραθύρι και να της χτυπήσει την πόρτα. Τον αποζητάει μόνη της, ενεργητικά. Οι γυναίκες είχαν πια σπάσει τα δεσμά, και το συγκεκριμένο τραγούδι γιορτάζει την νεαποκτειθήσα ελευθερία τους. 








Το “Bad Girls” σπρώχνει τα πράγματα ακόμα περισσότερο, μιλώντας ουσιαστικά για τις πόρνες της πόλης, σχεδόν ταυτιζόμενο με αυτές.


Now you and me we're both the same
But you call yourself by different names
Now your mama won't like it when she finds out
That her girl is out at night


Μουσικά έχουμε να κάνουμε με έναν funk δυναμίτη. Ήδη με τα πρώτα δύο τραγούδια του δίσκου φανερώνεται πως έχουμε ξεφύγει από τα στενά όρια της παραδοσιακής Disco. Η κρίση που βίωνε το στυλ την εποχή εκείνη δε μπορούσε να αγγίξει την Donna Summer, γιατί η ίδια παρέδιδε ένα άλμπουμ πέρα από ταμπέλες. Το “Bad Girls” απέχει πολύ από το να είναι ένα «καθαρόαιμο» disco album. Δε θα ήταν υπερβολή να λέγαμε πως οι μουσικοί πειραματισμοί των μεγάλων ποπ καλλιτεχνών των Eighties, όπως του Michael Jackson, του Prince και της Madonna, ή ακόμα και των Van Halen, οι οποίοι συνδύαζαν διαφορετικά στυλ (όπως την ποπ με το ροκ και τη φανκ) έχουν κατά πολύ τις ρίζες τους σε δίσκους όπως αυτός και ορισμένα ακόμα άλμπουμ συγκροτημάτων όπως οι Blondie, που επιχείρησαν με απόλυτη επιτυχία αυτό το crossover ανάμεσα στα μουσικά είδη και την ποπ.

Και αν τα πρώτα δύο τραγούδια θα αρκούσαν για να μετατρέψουν το άλμπουμ σε στιγμιαία επιτυχία, η συνέχεια είναι ακόμα καλύτερη! Το “Walk Away” είναι μία από τις αγαπημένες μου στιγμές, ένα καταπληκτικό ποπ/soul τραγούδι, με θέμα του έναν χωρισμό. Οι προκλητικοί στίχοι παραχωρούν σταδιακά τη θέση τους σε περισσότερο συναισθηματικά τραγούδια – η καρδιά ξεχωρίζει πίσω από το σεξουαλικό περίβλημα. 








Το “Dim All The Lights” ανήκει στα δημοφιλέστερα κομμάτια του δίσκου, θυμίζοντας πολύ το παραδοσιακό disco στυλ. To “Once On A Lifetime” θα μπορούσε να είχε ερμηνευτεί από την Aretha Franklin, ενώ το “Love Will Always Find You” παραπέμπει στην Country μουσική. Τραγούδια όπως το “Journey To The Centre Of Your Heart” θα ήθελαν πολύ να έχουν γράψει οι Daft Punk και αναδεικνύουν πλήρως το αστρικό, ηλεκτρονικό στυλ του Moroder. Οι ηλεκτρονικοί πειραματισμοί του εξάλλου, καταδεικνύονται και στα τελευταία κομμάτια του δίσκου, τα οποία προετοιμάζουν το έδαφος για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν και για συγκροτήματα όπως οι New Order. Λίγο πριν το τέλος όμως, η Donna Summer μας παραδίδει ορισμένες από τις ωραιότερες της μπαλάντες.


Στο τέλος απομένει η εκθαμβωτική, βαθιά ερωτική μα και συναισθηματική παρουσία μίας από τις εντυπωσιακότερες κυρίες που πέρασαν ποτέ από την μαύρη μουσική. Της Βασίλισσας της Disco, σε ένα από τα διαχρονικότερα διαμάντια μιας εποχής ολόκληρης.







Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Ο κορυφαίος ίσως δίσκος της θρυλικής Donna Summer νομίζω είναι καλός λόγος από μόνος του.


Γιατί να μη τον ακούσετε: Θα πρέπει να απεχθάνεστε την ποπ και disco μουσική. Καλός ο μουσικός ελιτισμός παιδιά, δεν αντιλέγω, αλλά μην ταυτίζετε την δική σας έλλειψη ρυθμού με την απουσία καλής μουσικής, γιατί κάνετε λάθος. Το γεγονός πως μια μουσική χορεύεται την καθιστά λιγότερο πολύπλοκη μεν, όχι όμως λιγότερο απολαυστική.

Από κει και πέρα υπάρχουν όντως κάποια μουσικά στυλ που θεωρώ απαράδεκτα (βλέπε τα δικά μας ελληνάδικα), ωστόσο ας μη συγκρίνουμε την κάλπικη υπόσταση τους με την αυθεντικότητα της Disco ή της παλιάς ποπ μουσικής, πόσο μάλλον με τον γενικότερο αντίκτυπο τους στη συλλογική κουλτούρα.


Ο δίσκος σε μια πρόταση: Τα (μαύρα) διαμάντια είναι παντοτινά.


Top-Moments: Hot Stuff, Bad Girls, Walk Away, Journey To The Centre Of Your Heart, Once In A Lifetime, All Through The Night


Tracklist (κλικ στα χρωματισμένα για να μεταβείτε στο τραγούδι)


1 - Hot Stuff
3 - Love Will Always Find You
5 - Dim All The Lights
8 - Can't Get To Sleep At Night
9 - On My Honor
10 - There Will Always Be You
12 - My Baby Understands
13 - Our Love
14 - Lucky
15 - Sunset People




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...