Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rock Progressive. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rock Progressive. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα των Jethro Tull και οι Ήχοι του Δάσους





Αν σκεφτόμασταν ένα μουσικό όργανο που να ταιριάζει απόλυτα στην ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, ποιο θα ήταν άραγε; Ασφαλώς θα φέρναμε στο νου μας κουδούνια και ταμπούρλα, σφυρίχτρες και καμπάνες, και ενδεχομένως τον ήχο από κάποια ακουστική κιθάρα, ή τη χαρακτηριστική χροιά του σαξοφώνου.

Μα κανένα μουσικό όργανο δεν αποδίδει τόσο έντονα εκείνο το αρχέγονο πνεύμα των γιορτών, πέρα από το φλάουτο. Το πνεύμα των χιονοσκέπαστων δασών, των ελάτων και του γκυ. Εκείνο που μας μεταφέρει χιλιετίες πίσω, πολύ πριν εμφανιστούν οι φάτνες και οι μάγοι - τότε που τα Χριστούγεννα υπήρχαν, μα ονομάζονταν αλλιώς. Τότε που συμβόλιζαν τη νίκη του ήλιου και της φύσης πάνω στον χειμώνα.

Μιλώντας λοιπόν για φλάουτο, αν υπάρχει ένας δίσκος Χριστουγέννων που θα μου ερχόταν αμέσως στο μυαλό, αυτός δεν είναι άλλος από το "Christmas Album" των Jethro Tull. Ο τελευταίος ουσιαστικά δίσκος του συγκροτήματος που άφησε το στίγμα του στην progressive/folk rock μουσική της δεκαετίας του 70, μια ανθολογία ποικίλων χριστουγεννιάτικων τραγουδιών συνοδευμένων από το τόσο χαρακτηριστικό - και τόσο ξωτικίσιο - φλάουτο του Ian Anderson.






Τα τραγούδια γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους της ιστορίας του συγκροτήματος. Οι φίλοι της μουσικής τους θα αναγνωρίσουν αμέσως όλα τα σήματα κατατεθέντα των Jethro Tull. Εκεί είναι οι φευγάτες μελωδίες, ήχοι που αποπνέουν οξυγόνο και μυρωδιές του δάσους, οι ποικίλες ενορχηστρώσεις, μπλεγμένες σαν τα κλαδιά των δέντρων και τις ρίζες που ξεπηδούν από το χιόνι, μα και η φωνή του αρχηγού των Ξωτικών – του Ian Anderson, που σαν άλλος Πάνας γυροφέρνει με το φλάουτο του ανάμεσα στη βλάστηση.

Μπορείτε να απολαύσετε τον δίσκο στο ακόλουθο βίντεο.


Και μην ξεχνάτε - περισσότερο και από τις φάτνες και τους αγγέλους, το αρχέγονο πνεύμα των γιορτών βρίσκεται στα δέντρα - στους ήχους που ξεπροβάλλουν από τους κορμούς, ενώ φυσάει ο βοριάς και το χιόνι καλύπτει τη γη με άσπρο... Mα κάτω από το παγωμένο χώμα ξεπηδούν ήδη τα βλαστάρια που σε λίγους μήνες θα καλύψουνε τη γη με χρώμα.







1. Birthday Card at Christmas 00:00

2. Holly Herald 03:36

3. A Christmas Song 07:51

4. Another Christmas Song 10:38

5. God Rest Ye Merry Gentlemen 14:08

6. Jack Frost and the Hooded Crow 18:42

7. Last Man at the Party 22:18

8. Weathercock 27:05

9. Pavane 31:22

10. First Snow on Brroklyn 35:41

11. Greensleeved 40:36

12. Fire at Midnight 43:15

13. We Five Kings 45:40

14. Ring Out Solstice Bells 48:54

15. Bourée 52:58


16. A Winter Snowscape 57:21





Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Aphrodite's Child - End of the World







Aphrodite’s Child – End of the World

Έτος – 1968

Είδος – Psychedelic Pop/Rock – Progressive Rock



Ευτυχώς για όλους μας, κατά τη διάρκεια των γκρίζων χρόνων της Χούντας, υπήρξαν εκείνοι οι καλλιτέχνες που δεν παρασύρθηκαν απ’ την κατήφεια των καιρών, ούτε εγκατέλειψαν τις δημιουργικές τους τάσεις. Αντίθετα, γέμισαν με χρώματα τις σελίδες του ελληνικού μουσικού πενταγράμμου. Χρώματα ξέχειλα, ψυχεδελικά, μπλεγμένα με ρευστά, ταξιδιάρικα σχήματα και πλουμισμένα με τον αέρα και τη γεύση μιας εποχής ολόκληρης. Τέτοιοι ήταν και οι δικοί μας, Aphrodite’s Child.

Η επιρροή της βρετανικής και αμερικανικής μουσικής στην ελληνική «ποπ-ροκ» σκηνή της δεκαετίας του 60 συχνά άγγιζε τα όρια του ξεδιάντροπου μιμητισμού – για να μη χρησιμοποιήσουμε τον σωστότερο όρο «κλοπή». Οι σωσίες των πρώιμων Beatles στην ελληνική εκδοχή τους έδιναν και έπαιρναν, την ίδια εποχή που οι ίδιοι οι Beatles και άφθονα άλλα ξένα συγκροτήματα άνοιγαν νέους, τολμηρούς μουσικούς ορίζοντες, πειραματιζόμενα με καινούργιους ήχους (και ουσίες). To δεύτερο μισό της δεκαετίας του 60 είδε τη γέννηση της ψυχεδέλειας, ιδανικής μουσικής για να συντροφέψει τα ποτισμένα από LSD όνειρα της γενιάς των χίππηδων.  








Στην Ελλάδα όμως, μια χώρα που ανέκαθεν αντιμετώπιζε προβλήματα ταυτότητας, αναζητούσαν ακόμα εκείνον τον «μοντέρνο» ποπ ήχο που να εκφράζει τη νεότερη γενιά (και να γεμίζει τα ταμεία των ελληνικών δισκογραφικών εταιριών). Θεωρούσαν πως τον είχαν βρει σε μουσικούς και συγκροτήματα με αγγλόφωνο στίχο, και ήχο ίδιο με εκείνον των βρετανικών συγκροτημάτων. Ήταν η μουσική των Μοντέρνων Καιρών.

Θα μπορούσαμε γενικά να κατατάξουμε την παραγόμενη στην Ελλάδα μουσική της εποχής σε τρεις κατηγορίες: Πρώτη κατηγορία, εκείνη της «παραδοσιακής ελληνικής μουσικής», όπως είχε καθιερωθεί στη διάρκεια των περασμένων δεκαετιών, η οποία όμως δε δεχόταν την οποιαδήποτε πρόσμιξη «ξενικών» στοιχείων. Εδώ θα μπορούσαμε να εντάξουμε όλη την πλούσια παράδοση που οδήγησε στο λαϊκό τραγούδι της δεκαετίας του 60. Δεύτερη κατηγορία, η ελληνόφωνη μεν μουσική, η οποία ωστόσο δεχόταν να πειραματιστεί, να δοκιμάσει νέους ήχους και να πάει μπροστά. Εδώ μπορούμε να συμπεριλάβουμε το Νέο Κύμα, μα και συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης ή ο Λοϊζος, η οποίοι ανέμιξαν στοιχεία του παραδοσιακού ελληνικού ήχου από τη μία, με περισσότερο μοντέρνα στοιχεία από την άλλη.

Τρίτη κατηγορία είναι εκείνη των άφθονων αγγλόφωνων συγκροτημάτων της «ελληνικής ποπ-ροκ» σκηνής, στα οποία το ελληνικό στοιχείο αφορούσε μόνο την καταγωγή και τα ονόματα των μελών τους. Εδώ όμως εγείρεται το «αιώνιο ερώτημα»: κατά πόσο νοείται ροκ ήχος με ελληνικό στίχο, κατά πόσο η Ροκ μουσική, σε τελική ανάλυση, γίνεται να αποδοθεί  με τρόπο άλλο πέραν εκείνου της αγγλόφωνης παράδοσης. Δε θα απαντήσω εδώ σε αυτό το ερώτημα – σκοπός μου ήταν απλά να παρουσιάσω τα μουσικά στρατόπεδα των καιρών.







Οι Aphrodite’s Child ξεπήδησαν μεν από την τελευταία κατηγορία, εκείνη των αγγλόφωνων συγκροτημάτων, ωστόσο εδώ δεν είχαμε να κάνουμε με στείρους απομιμητές. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να τους εντάξουμε κάπου μεταξύ της κατηγορίας τρία και δύο:  ανήκαν στους μουσικούς εκείνους που συνέβαλαν ώστε η Μουσική να κάνει γενναία βήματα μπροστά, αφουγκραζόμενοι μεν το πνεύμα των καιρών, μα επιχειρώντας και προσμίξεις με τον παραδοσιακό ήχο. Παρέδωσαν μουσική δυτικού τύπου μεν, η οποία ωστόσο δε ξεχνούσε τις ρίζες και την ιδιαιτερότητα του τόπου της.

Το “End of the World” είναι το διαποτισμένο από την ψυχεδέλεια των καιρών ντεμπούτο τους. Εν έτει 1968, στην… «πολιτισμένη» πατρίδα μας η ηχογράφηση τέτοιων δίσκων ήταν αδιανόητη. Η ψυχεδέλεια ταυτιζόταν με τους επικίνδυνους χίππηδες και τις ανατρεπτικές τους ιδέες και το καθεστώς της Χούντας δεν επέτρεπε τέτοια πράγματα. Ο μόνος τρόπος για τους Aphrodite’s Child να ηχογραφήσουν τον δίσκο (μα και να κάνουν καριέρα) ήταν να καταφύγουν στο εξωτερικό, όπως και έκαναν. Στόχος τους ήταν η Αγγλία, μα τα γεγονότα του γαλλικού Μάη τους καθήλωσαν στη Γαλλία, όπου και έμειναν τον πρώτο καιρό. Εκεί ολοκληρώθηκε η ηχογράφηση.

 Κρίμα. Ανοιγόταν μπροστά τους μια λαμπρή καριέρα στα πρώιμα σκυλάδικα της εποχής, να σπάνε πιάτα και να ραίνουν λουλούδια στα πόδια των συνταγματαρχών, μα οι ίδιοι την σκόρπισαν στο όνομα της «δημιουργίας». Ανόητα παιδιά.








Στα πλήκτρα και στη σύνθεση των τραγουδιών ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Στο μπάσο και στα φωνητικά ο Ντέμης Ρούσσος. Και στα τύμπανα και τα κρουστά ο Λουκάς Σιδεράς – αυτοί ήταν οι Aprodite’s Child του πρώτου δίσκου. Ένα άλμπουμ που ξεχειλίζει άρωμα δεκαετίας 60, φέρνοντας κατά νου μπάντες όπως οι Moody Blues και οι Procol Harum, παρουσιάζοντας πρώιμα ίχνη από τον αέρα του progressive rock που θα κυριαρχούσε σε λίγα χρόνια. Ο δίσκος σε καμία περίπτωση δε θυμίζει «ελληνικό» συγκρότημα της εποχής, και αν κάποιος το άκουγε χωρίς να ξέρει την χώρα καταγωγής πιθανό να θεωρούσε πως έχουμε να κάνουμε με μια βρετανική μπάντα.

Τα μελωδικά, αέρινα φωνητικά του Ντέμη Ρούσσου χρωματίζουν με πολύχρωμα ηχοχρώματα τις πολύ ιδιαίτερες μελωδίες του Βαγγέλη, προσδίδοντας μια ονειρική διάσταση σε σημεία, και μια περισσότερο δυναμική και ροκ διάσταση σε άλλα. Μπαλάντες όπως το “End of the World” και το “Rain and Tears” ανήκουν στις ομορφότερες μπαλάντες των καιρών, ενώ το δεύτερο αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του συγκροτήματος, καταξιώνοντας τους στην Ευρώπη – για Ελλάδα ούτε λόγος να γίνεται βέβαια. Το “The Grass Is No Green” ανήκει στα πιο ψυχεδελικά και πειραματικά του δίσκου, ενώ το “You Always Stand In My Way” είναι η πιο χύμα ροκ στιγμή.








Τέλος, θέλω να κάνω ιδιαίτερη μνεία για το “The Shepherd and the Moon”, ένα τραγούδι που παντρεύει την ελληνική παράδοση με τον αγγλόφωνο, δυτικό ήχο των καιρών. Εδώ καταδεικνύεται εκείνο που είπαμε πριν, για την διάθεση ορισμένων μουσικών να πειραματιστούν και να εντάξουν στον ήχο τους στοιχεία από την πλούσια μουσική κληρονομιά της χώρας τους. Έτσι έκαναν και οι Aphrodite’s Child, φανερώνοντας πως ήταν μια μπάντα που κοιτάζει μεν προς τη Δύση, αποφεύγοντας ωστόσο τον ξερό μιμητισμό, και, εν τέλει, ωθώντας το σύνολο της Μουσικής ένα βήμα μπρος.

Έναν χρόνο μετά θα σχηματίζονταν και οι Socrates, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα. Όσο αφορά τους Aphrodite’s Child, τα καλύτερα σε δισκογραφικό επίπεδο έμελλε να έρθουν – τέσσερα χρόνια μας χώριζαν από το αναγνωρισμένο αριστούργημα τους, το θρυλικό «666».

Όσο αφορά την πατρίδα που «έχτιζε Παρθενώνες όταν άλλοι μάζευαν βελανίδια από τα δέντρα»… Η Ελλαδίτσα μας πέρα βρέχει. Που να ακούσουν τη μουσική, τη στιγμή που βρυχόντουσαν τα τανκς. Έπρεπε να περάσουν τα χρόνια για να ανακαλύψουν οι Έλληνες τους Aphrodite’s Child, και αυτό ενώ είχαν πλέον διαλυθεί. Κανέναν όμως από τους πολιτικούς μας δε θα τον χάλαγε να χρησιμοποιεί τους «Δρόμους της Φωτιάς» του Βαγγέλη ως μουσικό υπόβαθρο των διαφημιστικών σποτ της «πολιτισμένης του πατρίδας»…


"You should come with me to the end of the world, without telling your parents and your friends"...








Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Πέραν του ότι συνιστά το ιστορικό πρώτο άλμπουμ ενός από τα σημαντικότερα συγκροτήματα της ελληνικής ροκ σκηνής, το άλμπουμ περιλαμβάνει και ορισμένα πραγματικά πανέμομορφα τραγούδια.


Γιατί να μη τον ακούσετε: Θα πρέπει να μη σας αρέσει καθόλου ο ήχος της δεκαετίας του 60, οι μπαλάντες η ψυχεδέλεια και όλα αυτά.


Ο δίσκος σε μια πρόταση: Απόδημα παιδιά των Λουλουδιών.


Top-moments: End of the World, Don’t Try to Catch a River, Rain and Tears, The Shepherd and the Moon


Tracklist (κλικ στα χρωματισμένα για να μεταβείτε στο τραγούδι)


3 - Mister Thomas
5 - The Grass is no Green
6 - Valley of Sadness
7 - You Always Stand in my Way
9 - Day of the Fool 






Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Mike Oldfield - Tubular Bells







Mike Oldfield
 - Tubular Bells

Έτος - 1973

Είδος - Progressive Rock, New Age



Λίγους δίσκους και καλλιτέχνες έχω συνδέσει τόσο πολύ με την περίοδο των Χριστουγέννων, όσο τον Mike Oldfield. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή πιάνω τον εαυτό μου να ακούω ξανά και ξανά τις μοναδικές του μελωδίες και να εξορμώ σε μουσικούς κόσμους πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, σε ηχοτρόπια που φαντάζουν να έχουν δημιουργηθεί από το ραβδί ενός μάγου. Η μουσική του Mike Oldfield θα μπορούσε να έχει ξεπροβάλλει από κάποιο μυθικό βιβλίο, μια ιστορία ντυμένη σε νότες, που μας ταξιδεύει σε χιονισμένα τοπία, πολύχρωμες πολιτείες και μυστηριώδη βασίλεια.

Περιττό να σας πω πως συγκαταλέγεται στους αγαπημένους μου καλλιτέχνες όλων των εποχών. Και ο δίσκος που παρουσιάζουμε σήμερα δεν είναι παρά το ξεκίνημα, η στερεή βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε το ταξιδιάρικο εποικοδόμημα του. Η συνέχεια έμελε να δώσει άφθονα έργα-διαμάντια, ωστόσο το “Tubular Bells” παραμένει ο γνωστότερος του δίσκος, εκείνος που τον καθιέρωσε.


Να ξέρατε πόσο θόρυβο έκαναν αυτές οι καμπάνες εν έτει 1973! Ο διαυγής, κρυστάλλινος, μαγευτικός τους ήχος ήταν τόσο έντονος, τόσο μοναδικός, που ακούγεται και σήμερα, δεκαετίες μετά - και θα συνεχίζει να ακούγεται για πολύ καιρό ακόμα.




Ακούστε τον δίσκο και ταξιδέψτε σε βουνά και δάση




Ο Mike Oldfield ήταν μόλις 19 χρονών όταν παρέδωσε σε διάφορες δισκογραφικές εταιρίες την ιδέα του “
Tubular Bells”. Ένα άλμπουμ αποκλειστικά ορχηστρικό (πέρα από ορισμένα "παράξενα" φωνητικά σε σημεία), αποτελούμενο από δύο κομμάτια όλα κι όλα, με διάρκεια περίπου 25 λεπτά το καθένα, χωρισμένα σε μουσικές υποενότητες. Η μουσική κυλάει όπως ακριβώς μια ιστορία φαντασίας ή ένα παραμύθι, ξεκινώντας με ένα ατμοσφαιρικό θέμα, ξεπηδώντας παρακλάδια προς διάφορες κατευθύνσεις, κι ενώ τα μουσικά κεφάλαια διαδέχονται το ένα το άλλο, αισθάνεσαι να εισχωρείς όλο και βαθύτερα σε κάποια περιοχή πέρα από τον χώρο και τον χρόνο – συνδετικός κρίκος όλων ασφαλώς είναι οι καμπάνες, το σήμα κατατεθέν του άλμπουμ.


Ο νεαρός Oldfield έκανε το αδιανόητο και έπαιζε μόνος του ένα πλήθος από μουσικά όργανα - από κιθάρες και πιάνο μέχρι μαντολίνο, όργανο, κρουστά, σφυρίχτρες και διάφορα άλλα... περίεργα! Συνολικά 20 διαφορετικά μουσικά όργανα! Το αποτέλεσμα αρχικά φάνταζε πολύ "αντι-εμπορικό" για τα δεδομένα των δισκογραφικών εταιριών, οι οποίες είχαν απορρίψει τον δίσκο. Που είναι τα τραγούδια? Τα φωνητικά? Τα πιασάρικα ρεφραίν? Τα χιτ? Δε μπορείς καν να κατηγοριοποιήσεις τη συγκεκριμένη μουσική, να την εντάξεις σε κάποιο είδος! Είναι ροκ? Είναι φολκ? Είναι κλασικίζουσα? Progressive? Μουσική δωματίου? Αmbient? (όρος που ακόμα δεν υπήρχε, ωστόσο το συγκεκριμένο είδος αναπτύχθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του 70 και επηρεάστηκε από τον Oldfield, μεταξύ άλλων).









Είναι σκοτεινή μουσική, κατάλληλη να συνοδεύσει μια ταινία τρόμου? (το κλασικό αρχικό θέμα με το πιάνο έγινε πασίγνωστο μέσω της ταινίας «Εξορκιστής»). Μήπως αντίθετα πρόκειται για παιδική μουσική? (ο δίσκος κλείνει με το “Sailor’s Hornpipe”, ένα εύθυμο, ανεβαστικό κομμάτι που θα μπορούσε να συνοδεύει χαρούμενους χορούς νάνων, ξωτικών και χόμπιτ).

Ήταν όλα τα πάνω και τίποτα απ’ αυτά. Εδώ έχουμε να κάνουμε απλά με τη μουσική του Mike Oldfield. Οι εταιρίες όμως δε του έδιναν την ευκαιρία που ζητούσε. Ωστόσο μία άγνωστη εταιρία, που μόλις είχε γεννηθεί, έκανε τη διαφορά. Το όνομα της εταιρίας: Virgin. Το “Tubular Bells” υπήρξε ο πρώτος δίσκος της.




Mike Oldfield και Richard Branson - ο δεύτερος είναι συνιδρυτής της Virgin



Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Η επιτυχία του άλμπουμ ήταν καταιγιστική, ασύλληπτη. Η Virgin εκτινάχτηκε σε δημοτικότητα και ο Oldfield αποθεώθηκε από τους μουσικόφιλους όλου του κόσμου, πέρα από κατηγορίες και είδη.


Η μουσική σε σημεία είναι ροκ, σε άλλα ατμοσφαιρική, κάποιες στιγμές οι ρυθμοί αποκτούν μια πειραματική διάθεση, ενώ σε άλλες ο Oldfield μας ταξιδεύει στις folklore ρίζες του... Το μοτίβο θα το επαναλάμβανε ο Oldfield στις επόμενες δουλειές του και αυτή η πρόσμιξη του ροκ ήχου, με το φολκ, το new age, τα κλασικίζοντα και πειραματικά στοιχεία, θα γινόταν σήμα κατατεθέν του. Το Tubular Bells θα γνώριζε άφθονες επανεκδόσεις, συνέχειες, επανεκτελέσεις, απόπειρες μίμησης, διασκευές, ό,τι μπορείτε να φανταστείτε.








Τρεις από τις στιγμές του δίσκου έμειναν κλασικές. Η αρχική εισαγωγή ασφαλώς είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο, ακόμα και εκείνους που δε γνωρίζουν τίποτα περισσότερο από τη μουσική του Oldfield. Δεν είναι άλλη από την μουσική υπόκρουση που ντύνει το βασικό θέμα του «Εξορκιστή»… Πως γίνεται ένας δίσκος που εγώ προσωπικά συνδέω με τα Χριστούγεννα και ο ήχος του οποίου παραπέμπει τόσο πολύ σε παραμύθια να έχει δώσει το αρχικό του θέμα σε μια από τις πλέον τρομακτικές ταινίες όλων των εποχών? Κι όμως, ταιριάζει και με το παραπάνω! Μη ξεχνάμε πως κάθε κλασικό παραμύθι έχει την σκοτεινή πλευρά του. Το ανεβαστικό, ηλιόλουστο φινάλε με το “Sailor’s Hornpipe” φαντάζει ως το “happy ending” των μύθων – ο ήρωας κατόρθωσε να πετύχει τον στόχο του και να ζήσει ευτυχισμένος, έχοντας όμως πρώτα περάσει από πολλές και φοβερές περιπέτειες!

Δεύτερο είναι το «κεφάλαιο» του Ανθρώπου των Σπηλαίων, όπου ακούμε τους μανιασμένους βρυχηθμούς του Oldfield, στην πλέον αμφιλεγόμενη στιγμή του άλμπουμ. Σε κάποιους δεν άρεσαν τα συγκεκριμένα φωνητικά – προσωπικά τα θεωρώ απολαυστικά! Κάθε παραμύθι περιλαμβάνει εξάλλου κάποιο Τέρας, και ο “Caveman” του Oldfield είναι αυτό ακριβώς, ένας φοβερός και τρομερός Χιονάνθρωπος των Σπηλαίων! Για τα παρασκήνια της ιστορίας, να πούμε πως ο παραγωγός της Virgin είχε ζητήσει τότε από τον Mike να συμπεριλάβει κάποιο πέρασμα με φωνητικά στον δίσκο – για το «εμπορικό» της υπόθεσης. Ο Oldfield ενοχλήθηκε, θεωρώντας το παρέμβαση πάνω στο δημιουργικό κομμάτι της δουλειάς του. «Θέλουν φωνητικά?», σκέφτηκε. «Θα έχουν φωνητικά!».


Έτσι λοιπόν πήγε στο studio να ηχογραφήσει τη φωνή του, έχοντας όμως κατεβάσει πρώτα μισό μπουκάλι ουίσκι! Στη συνέχεια άρχισε να βρυχάται στο μικρόφωνο για δέκα συνεχόμενα λεπτά… Και να πως δημιουργήθηκε ο «άνθρωπος των σπηλαίων»!




O νεαρός Oldfield στο studio



Για το φινάλε, άφησα την περίφημη εισαγωγή των μουσικών οργάνων, με την αντίστοιχη «παρουσίαση» τους, ένα προς ένα, και το εθιστικό, υπνωτιστικό θέμα που παίζει από πίσω στο μπάσο. Ίσως ό,τι κλασικότερο μας έχει δώσει μέχρι σήμερα η έμπνευση και φαντασία του Mike Oldfield. Οι καμπάνες στο τέλος φαντάζουν ερχόμενες σαν από άλλο κόσμο, λες και έχουν ξεχυθεί από τους ουρανούς τους ίδιους.


Το “Tubular Bells” άφησε τη δική του ιστορία. Για τον Mike όμως δεν ήταν παρά μόνο η αρχή – θα ακολουθούσαν άφθονες ακόμα ιχνηλατήσεις του σε ανεξερεύνητους μουσικούς κόσμους, απαστράπτοντες φαντασία και μαγεία.








Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Διότι αγαπάτε την καλή μουσική - και την μαγευτική ατμόσφαιρα. Θέλετε να αφήνετε την φαντασία σας να καλπάζει και διατηρείτε μέσα σας έναν μικρό, μαθητευόμενο μάγο.


Γιατί να μην τον ακούσετε: Αν η ιδέα να ακούτε ένα άλμπουμ αποτελούμενο από 2 κομμάτια όλα κι όλα, 25 λεπτών το καθένα, χωρίς φωνητικά, βρίσκετε πως δεν ταιριάζει με τα μουσικά σας γούστα, πιάστε αν είναι το "Best of Madonna".


Ο δίσκος σε μια πρόταση: ...And the journey has begun


Top-Moments: Ε, όλο προφανώς.



Tracklist (κλικ στους τίτλους για να ακούσετε τα κομμάτια):








Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...