Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 20s. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 20s. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Η Ρόζα του Ρεμπέτικου





Σάρα Σκιναζί ήταν το όνομα σου, μα ήθελες να σε λένε Ρόζα. Ρόζα, σαν τα βαθυκόκκινα πέταλα που είχες φορέσει στα μαλλιά σου, τη νύχτα εκείνη που κλέφτηκες. Τη νύχτα που σκόρπισες παράνομα με τον έρωτά σου, καθώς η οικογένειά του δεν σ’ ενέκρινε. Μα ούτε οι δικοί σου σε ενέκριναν. Αγαπούσες το τραγούδι, τον χορό, όχι το νοικοκυριό. Κοιτούσες τους άντρες μες στα μάτια, δεν έσκυβες κεφάλι. Σε θεωρούσαν αμφιβόλου αρετής. Ήσουν μια Εβραία σ’ έναν κόσμο μπάσταρδο, σ’ έναν κόσμο που αποζητούσε μια ταυτότητα. Έναν κόσμο παραδομένο στα φενακισμένα όνειρα του.


Από το βράδυ ως το πρωί
με πρέζα στέκω στη ζωή
κι όλο τον κόσμο κατακτώ
την άσπρη σκόνη σαν ρουφώ.


Γυρνούσες σε τοπικές ταβέρνες της οθωμανικής, ακόμα, βορείου Ελλάδας. Οι Τούρκοι πρώτοι αγάπησαν τη φωνή σου. Σε είχαν δει, εκεί στην Κομοτηνή, ενώ τραγουδούσες κάποιο βράδυ, και σου ζήτησαν να εμφανιστείς στο κέντρο τους. Η μάνα σου, υπηρέτρια τότε σε μια εύπορη οικογένεια, είχε εξοργιστεί. «Αλίμονο, η κόρη μου να γίνει χορεύτρια!», έλεγε – ενώ χαμήλωνε το βλέμμα της την ώρα που περνούσε μπροστά ο κύρης. Μα η δική σου σκέψη φτερούγιζε με εικόνες και αρώματα σμυρναίικα, σκηνές νυχτερινής ζωής και ταξιδιάρες μελωδίες. Το τραγούδι και ο χορός κυλούσαν μέσα σου, όπως τα ψάρια στον βυθό. Και συ μαζί τους κολυμπούσες, αρμενίζοντας στις θάλασσες της φαντασίας σου.







Άλλαξες σε Ρόζα το όνομα σου, τη στιγμή που αποφάσισες πως ήθελες να ακολουθήσεις τον δρόμο της τέχνης. Ήταν μια δήλωση ελευθερίας. Η στιγμή που ανάσαινες σε καθαρό αέρα.

Μα αν ο αέρας ήταν καθαρός, το έδαφος που βάδιζες ήταν κακοτράχαλο. Ο άντρας σου θα πέθαινε μετά από λίγα χρόνια και θα άφηνες το παιδί σου σε οικοτροφείο – θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι να το ξαναδείς. Στο μεταξύ θα έφευγες για την Αθήνα. Μια νέα εποχή ξημέρωνε, στο κατόπι του Πολέμου, εκεί, στα χρόνια της δεκαετίας του 20… Εποχή λουσμένη στο φως των υποσχέσεων, μα ταυτόχρονα παραδομένη στις σκιές τους. Μα εσύ αποζητούσες φως και μόνο. Τα δικά σου όνειρα δεν ήταν σαν των άλλων.


Όλος ο κόσμος είναι θύμα μου
σαν έχω πρέζα και ρουφάω
κι οι πολιτσμάνοι όταν θα με δουν
μελάνι αμολάω.






Για ένα διάστημα τραγουδούσες σε τρεις γλώσσες: Ελληνικά, τουρκικά και αρμένικα. Μα σε όποια γλώσσα και αν μιλούσες, τη φωνή σου χρωμάτιζες το ίδιο. Οι λέξεις και τα συναισθήματα δεν άλλαζαν, ούτε τα νοήματα των στίχων.


Κάποια στιγμή θα σε ανακάλυπτε ο Παναγιώτης Τούντας. Ήταν εκείνος που έφερε τις μελωδίες απ’ τη Σμύρνη στην Αθήνα και συνέβαλε όσο ελάχιστοι στη διαμόρφωση ενός νέου είδους τραγουδιού, που ακόμα δεν είχε κάποιο όνομα. Ένα τραγούδι που μιλούσε όμως σε κείνους που αποζητούσαν στη μουσική όχι διασκέδαση, μα παρηγοριά. Σε κείνους τους χιλιάδες. Θα συνέδεες το όνομα σου με το τραγούδι αυτό και ο κόσμος θα σε γνώριζε… Δέκα χρόνια μετά η φωνή σου θα γινόταν αγαπητή από τα πλήθη, σε Ελλάδα, Αίγυπτο, Τουρκία, Αλβανία και Σερβία.



Παναγιώτης Τούντας


Μα η φήμη ποτέ δε σ’ αιχμαλώτισε. Τον καιρό που στη χώρα κάποιοι ύψωναν το χέρι σε χαιρετισμό φασιστικό και μιλούσαν για μεγαλεία εθνικά και αυτοκρατορίες, εσύ με τόλμη τραγουδούσες.

Σαν μαστουρωθείς
γίνεσαι ευθύς
βασιλιάς, δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας.
Πρέζα όταν πιεις
βρε θα ευφρανθείς
κι όλα πια στον κόσμο ρόδινα θε να τα δεις.

Δική μου είναι η Ελλάς
και στην κατάντια της γελάς,
της λείπει το `να της ποδάρι
ρε και το παίξανε στο ζάρι.


Εξουσία, δικτατορία και πρέζα. Όψεις του ίδιου νομίσματος. Κάλπικες μορφές, σέρνοντας απατηλούς χορούς. Το καθεστώς του Μεταξά απαγόρευσε αυτό το τραγούδι σου, μα και άλλα σαν αυτό. Θα τα ανακάλυπτε ξανά πολλά, πολλά χρόνια μετά ο κόσμος.

Έπειτα ήρθε ένας ακόμα πόλεμος. Η κατοχή. Προκειμένου να διαφυλάξεις τον εαυτό σου, είχες εκδώσει πλαστά χαρτιά γεννήσεως. Η εβραϊκή καταγωγή σου δεν γινόταν φανερή. Μα αν είχες συνδεθεί ερωτικά με έναν Γερμανό, παράλληλα έκρυβες μαχητές της Αντίστασης στο σπίτι σου, ενώ φυγάδευες Εβραίους από Αθήνα και Θεσσαλονίκη… μεταξύ των οποίων και την οικογένειά σου. Μα το γάβγισμα των μαύρων σκύλων αντηχούσε έξω από την πόρτα σου… Οι σκιές συχνά ζωντάνευαν. Κάποια στιγμή έγινε φανερή η δράση σου και σε συνέλαβαν. Θα έμενες φυλακισμένη για τρεις μήνες. Έζησες, ωστόσο.






Τα χρόνια μετά τον πόλεμο θα απέβαιναν καρπερά για τη διεθνή καριέρα σου, μα όχι μόνο. Νέοι γάμοι, ταξίδια και περιοδείες στην Αμερική, άφθονοι δίσκοι και χειροκροτήματα δίχως τέλος… Μα κάτι ωστόσο είχε αρχίσει να τελειώνει. Το τραγούδι εκείνο με το οποίο είχες συνδέσει το όνομα σου πλέον είχε μεταμορφωθεί. Οι καιροί άλλαζαν, οι συνθήκες το ίδιο. Στη μορφή και τη φωνή σου ο κόσμος θα άρχιζε σταδιακά να βλέπει ένα παράθυρο στον χρόνο, σε κείνα που ήταν πλέον περασμένα.

Κάποιοι θα ξεχνούσαν. Και η ιστορία θα επαναλαμβανόταν.


Εγώ θα είμαι ρε δικτάτορας
κι ο κόσμος στάχτη αν θα γίνει
ο ένας θα μ’ ανάβει τον λουλά
κι ο άλλος θα τον σβήνει.


Κάποιοι όμως σε θυμόμαστε. Σχεδόν βλέπουμε τ' αστέρια που ξεπηδούσαν απ' τα μάτια σου, σαν ονειρευόσουν. Κάπου ανάμεσα τους ίσως τριγυρίζεις.

Το τραγούδι σου ονομάστηκε ρεμπέτικο. Και συ ήσουν η Ρόζα Εσκενάζυ.





Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

To Όνειρο του Δούκα





Μεγάλωσε σε μια οικογένεια που του εμφύσησε την αίσθηση της αξιοπρέπειας και του αυτοσεβασμού. "Να σέβεσαι τον εαυτό σου! Κανείς δεν υπάρχει άλλος σαν εσένα! Θα δεις και θα ακούσεις πολλά, να ξέρεις... μα να θυμάσαι πάντα: είσαι μοναδικός! Και αν πιστέψεις στον εαυτό σου... μπορείς να κάνεις τα πάντα!"... Έτσι του έλεγε η μητέρα του. Και κείνος την άκουγε, ενώ τα μάτια του πετούσαν σπίθες.

Σε αντίθεση με πλήθος άλλων, μαύρων μουσικών της εποχής του, οι ρίζες του δε βρίσκονταν στο κοινωνικό περιθώριο, στις αλάνες και τα πεζοδρόμια, τα λουσμένα στο ερυθρόχρωμο φως της φτηνής ηδονής και της αέναης εκμετάλλευσης. Δεν έζησε στη φτώχεια και την απαξίωση. Αντίθετα, ανατράφηκε σε μια αστική οικογένεια της Ουάσιγκτον. Λένε πως ντυνόταν τόσο κομψά, όταν πήγαινε σχολείο, που οι συμμαθητές του του είχαν κολλήσει ένα παρατσούκλι - ένα παρατσούκλι που έμελλε να συνδεθεί αναπόσπαστα με αυτόν. Τόσο, ώστε να γίνει πρώτο όνομα του.

Ο Δούκας. The Duke.







***


Ήταν ο Duke Ellington. Και έμελλε να καθιερωθεί ως ένας από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς συνθέτες του 20ου αιώνα. Η τζαζ - μα και η μουσική η ίδια - ποτέ δε θα ήταν ίδια ξανά, από τη μέρα που έπιασε το πρώτο του πιάνο. Σαν άλλος ζωγράφος, έβαφε τον αιθέρα με τα ονειρικά του ηχοτρόπια, κάθε του νότα και ένα άλλο χρώμα, ζωγραφίζοντας μουσικές διαθέσεις σ' έναν νοητό, υπεραισθητό καμβά, πέρα από τα σύνορα της φαντασίας.

"Πως παίρνεις τις ιδέες σου;", τον είχαν ρωτήσει - μια κλασική, στερεότυπη θα λέγαμε, ερώτηση. Μα η απάντηση του Duke δεν ήταν τέτοια.

"Από τα όνειρα", είχε πει εκείνος. "Έχω χιλιάδες όνειρα... αυτό κάνω όλη την ώρα. Ονειρεύομαι".

"Και πως κατέληξες στο πιάνο;"

"Μα... αυτό δεν είναι πιάνο. Είναι ένα όνειρο".







Black and Tan Fantasy









H δεκαετία του 20 είδε την έκρηξη του φαινομένου της τζαζ, μα και της βιομηχανίας του θεάματος. Οι μαύροι μουσικοί της τζαζ είχαν μετατραπεί σε σταρ, μα όλα στα πλαίσια της ψυχαγωγίας του αδηφάγου για κατανάλωση, λευκού κοινού. Ήταν οι "ψυχαγωγοί" τους. Οι "διασκεδαστές" τους - συνεχίζοντας μια παράδοση που πήγαινε πίσω στα χρόνια της σκλαβιάς.

Και οι ταινίες των καιρών απεικόνιζαν, αυτούς τους μαύρους, μονίμως σε ρόλους στερεότυπους - ως μεθύστακες, αστειάτορες, καραγκιόζηδες, αφελείς, καλοκάγαθους, δεινούς χορευτές ή παίχτες του μπόνγκο - μα ανίκανους για πειθαρχημένη σκέψη, πόσο μάλλον για πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Η τζαζ είχε καθιερωθεί ως "negro music" - και ως τέτοια συνάρπαζε τις μάζες, μα ταυτόχρονα τρομοκρατούσε τους συντηρητικούς λευκούς, θεωρώντας τη προπύργιο ανηθικότητας, ως και μορφή συλλογικής παθολογίας - την υποχθόνια εισβολή του "πνεύματος των νέγρων" στις πατροπαράδοτες αξίες, απειλώντας τη σταθερότητα της κοινωνίας.

Καταμεσής αυτού του κλίματος, εν έτει 1929, ο Duke Ellington συμμετείχε σε μια ταινία μικρού μήκους με τίτλο "Black and Tan Fantasy". Σε αντίθεση με τόσα άλλα φιλμ της εποχής με μαύρους χαρακτήρες, εδώ ο Duke δεν εμφανίζεται ως καρικατούρα - μα είναι απλά ο εαυτός του: ένας μουσικός του Χάρλεμ που πασχίζει να τα βγάλει πέρα - κι ενώ τα σύννεφα της Μεγάλης Κρίσης του 29 ήταν κοντά.

Κοντά στον Duke μια νεαρή, πρωτοεμφανιζόμενη μαύρη ηθοποιός, στον ρόλο της γυναίκας του: Η Fredi Washington. Υπήρξε μία από τις πρώτες μαύρες ηθοποιούς που έμελλε να αποκτήσουν κεντρικό ρόλο στις ταινίες - και να αναγνωριστούν γι' αυτόν.







Η πλοκή είναι απλή, μα καθηλωτική μέσα στην απλότητα της. Ο Duke και η γυναίκα του, αυτός πιανίστας, εκείνη χορεύτρια, δε τα βγάζουν πέρα και δεν έχουν πλέον να πληρώσουν το νοίκι για το διαμέρισμα τους. Η Fredi αναλαμβάνει ένα πολύ μεγάλο χορευτικό νούμερο, υπό τη συνοδεία της μουσικής του συζύγου της, προκειμένου να ξεπεράσουν τα οικονομικά προβλήματα τους. Μα το κάνει κόντρα στην υγεία της, που βρίσκεται πια στα όρια της...

Και έτσι, τόσο απλά, σε 15 λεπτά μόνο, διανθισμένα με τις ονειρικές μελωδίες του Duke Ellington, το φιλμ παντρεύει το όνειρο (τη μουσική) με τη στυγνή πραγματικότητα.


Μα ο Duke θα συνέχιζε να χτίζει τα όνειρα του με τα υλικά που του έδινε ένας κόσμος που δεν είχε χτιστεί στα μέτρα του. Μα δε τον ένοιαζε. Η συμβουλή της μητέρας του αντηχούσε πάντα μες στ' αυτιά του. Θα προσπαθούσε... Δε θα το έβαζε κάτω... Θα έδινε τον καλύτερο του εαυτό. Θα δημιουργούσε.

Και θα γινόταν έτσι παράδειγμα για τόσους άλλους, που εμπνεύστηκαν - και συνεχίζουν να εμπνέονται - απ' αυτόν.




source


***



Μπορείτε να δείτε το "Black and Tan Fantasy" στο ακόλουθο λινκ. Αξίζει να του αφιερώσετε 15 λεπτά.





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...