Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

"Respect": Η Ιστορία ενός Τραγουδιού






"All i am asking... is for a little RESPECT". Αναμφισβήτητα ένας από τους περισσότερο αναγνωρίσιμους στίχους στην ιστορία της μουσικής. Λόγια και νότες που ξεπέρασαν το στενό όριο του καιρού τους και εκτινάχτηκαν στο διαστημικό εκείνο όχημα που θα τα μετέφερε πέρα το φάσμα του χρόνου – θα τα έκανε διαχρονικά. Ταυτόχρονα όμως τα λόγια αυτά συνδέθηκαν όσο λίγα με την εποχή που τα ανέδειξε – μια εποχή αφύπνισης, εξέγερσης, ανάκτησης δικαιωμάτων. Μια περίοδος της ιστορίας που σαν ξυπνητήρι φώναξε πάνω στα αυτιά κάθε κοιμισμένου.

Μα για δες – το ξυπνητήρι αυτό ηχούσε σαν τη φωνή μίας γυναίκας. Μια φωνή ζωηρή, δυναμική, ενεργητική, υπερχειλίζουσα πάθος. Και το όνομα αυτής της γυναίκας είναι Aretha Franklin.  

Ο λόγος φυσικά για το "Respect", ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια-μανιφέστα που γράφτηκαν ποτέ, μα και θεμέλιο στην εξέλιξη της Soul μουσικής. Τον καιρό εκείνο που η Soul, σαν άλλη αγριόγατα, φανέρωνε στον έκπληκτο κόσμο τα νύχια και τα δόντια που δέσποζαν πίσω από το αγαπησιάρικο παράστημά της… Τον καιρό που η μαύρη μουσική πρωτοστατούσε στους αγώνες για τα δικαιώματα των μαύρων, μα και των καταπιεσμένων του κόσμου όλου. Εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του 60. 

Μα αν το “Respect”, όπως το ερμήνευσε η Aretha Franklin, στάθηκε σημαιοφόρος μιας εποχής κοινωνικής ανάτασης, έχει ενδιαφέρον να θυμίσουμε στον κόσμο πως το τραγούδι, στην αυθεντική του εκδοχή, συνιστά έναν ύμνο στον έρωτα και στην αφοσίωση ενός ανθρώπου απέναντι στη σύντροφο του. Το αυθεντικό “Respect” γράφτηκε και ερμηνεύτηκε πρώτη φορά από τον Otis Redding. Οι στίχοι και το νόημα του τότε ήταν πολύ διαφορετικά, σε σχέση με την εκδοχή που θα το διαδεχόταν. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως ένα βαθύ ερωτικό κομμάτι, γραμμένο από έναν άντρα για τη γυναίκα που αγαπάει, έφτασε να μετατραπεί σε ύμνο της γυναικείας χειραφέτησης…






***


Όλα ξεκίνησαν με τον Otis Redding - τη σημαντικότερη φωνή της ιστορικής Stax Records και έναν από τους μεγαλύτερους και επιδραστικότερους ερμηνευτές της Soul, όλων των εποχών. Ήταν το έτος 1965, όταν ο Redding έγραψε και ηχογράφησε το τραγούδι, για τον δίσκο του "Otis Blue" – αναμφισβήτητα το κλασικότερο του άλμπουμ και ένας δίσκος-ορόσημο της μαύρης μουσικής. Οι στίχοι αναφέρονται σ' έναν άντρα που εργάζεται σκληρά, αντιμετωπίζει δυσκολίες, και το μόνο που γυρεύει στο τέλος, γυρνώντας σπίτι του το βράδυ, είναι "λίγο σεβασμό" από τη γυναίκα και την οικογένεια του. Ο τόνος του είναι συναισθηματικός, σχεδόν παρακλητικός- αναφέρεται με τρυφερότητα στη γυναίκα του, λέγοντας πως είναι διατεθειμένος να μοιραστεί μαζί της τα πάντα, και το μόνο που ζητάει σε αντάλλαγμα είναι λίγο σεβασμό.


What you want
Honey you've got it
And what you need
Baby you've got it
All I'm asking
Is for a little respect when I come home
Hey little girl, you're so sweeter than honey
And I am about to just give you all my money
All I'm asking for
Is a little respect when I come home







Μάλιστα είναι διατεθειμένος να ανεχτεί το οτιδήποτε από την πλευρά της γυναίκας του, αρκεί αυτό να γίνεται όσο εκείνος απουσιάζει:


Do me wrong
Honey if you wanna
You can do me wrong Honey while I am gone
But all I'm asking for
Is for a little respect when I come home


Ερμηνευμένο από τον Otis Redding, το αυθεντικό “Respect” συγκαταλέγεται στο πλούσιο ρόστερ των ερωτικών τραγουδιών του, αποκαλύπτοντας έναν άντρα πονετικό κι ευαίσθητο. Έναν άντρα που αγαπάει βαθιά τη γυναίκα του και την έχει απόλυτη ανάγκη.








***


Δύο χρόνια μετά όμως, εν έτει 1967, θα επερχόταν μια καθοριστική μεταμόρφωση. Μία νεαρή τραγουδίστρια της Soul, όχι ιδιαίτερα γνωστή ακόμα, αποφάσισε να διασκευάσει το τραγούδι του Redding... Η διασκευή όμως δεν στάθηκε μόνο στο κομμάτι της μουσικής… Μα επεκτάθηκε στον πολύ σημαντικό τομέα των στίχων. Οι αλλαγές φαινομενικά ήταν μικρές – μα εκείνες που έγιναν, σχεδόν αναποδογύρισαν ως δια μαγείας το τραγούδι, μεταμορφώνοντάς το, δημιουργώντας κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό. Και αν η αυθεντική εκδοχή είχε σκοπό να συγκινήσει… η διασκευή είχε σκοπό να προκαλέσει. Το χέρι της δεν άπλωνε σαν χάδι… μα τινασσόταν σαν χαστούκι. Η φωνή της δε ξεχείλιζε μόνο συναίσθημα… μα και από έναν πρωτόγνωρο, για τα δεδομένα των καιρών, δυναμισμό. Ήταν ερωτική και ταυτόχρονα προκλητική. Ήταν μια γυναίκα που δεν ανεχόταν κάποια πράγματα και δε φοβόταν πια να το δηλώσει ευθαρσώς.

Ήταν η Aretha Franklin. Και μετά από τη διασκευή αυτή, η οποία παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο άλμπουμ της “I Never Loved A Man The Way I Loved You” – τον δίσκο που την καταξίωσε – Μετά από τη διασκευή αυτή τίποτα δε θα ήταν ξανά ίδιο για τη Soul μουσική.








H Franklin πήρε τον βασικό κορμό του τραγουδιού, μουσικό και στιχουργικό, έκανε όμως ορισμένες σημαντικές διαφοροποιήσεις. Τώρα το "Respect" αποδίδεται από την οπτική γωνία της γυναίκας, όχι του άντρα. Ο τρυφερός, σχεδόν παρακλητικός τόνος των στίχων του Redding, έχει παραχωρήσει τη θέση του σε έναν τόνο πέρα από συναισθηματισμούς. Η Aretha δε ζητάει τον σεβασμό - τον απαιτεί.

"Διαθέτω όλα όσα χρειάζεσαι", μας λέει. "Θα σου δώσω ό, τι έχω, μα γυρεύω το δικό μου μέρισμα, επί ίσοις όροις. Το μόνο που ζητώ είναι σεβασμό από σένα, όταν γυρίζεις σπίτι".

(Ooh) What you want
(Ooh) Baby, I got
(Ooh) What you need
(Ooh) Do you know I've got it
(Ooh) All I'm askin'
(Ooh) Is for a little respect when you come home (just a little bit)

Ο δυναμισμός ξεχειλίζει, αναδεικνύοντας μια γυναίκα σε πλήρη γνώση της δύναμης, της σκέψης και της σεξουαλικότητας της. Mία γυναίκα που διαθέτει η ίδια χρήματα – δεν τα λαμβάνει όλα από τον άντρα της (“so is my money”). Το αυθεντικό τραγούδι θύμιζε περισσότερο την αφοσίωση ενός πιστού και αγαπημένου σκύλου. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με μία αγριόγατα.

Ooh, your kisses (ooh)
Sweeter than honey (ooh)
And guess what (ooh)
So is my money (ooh)
All I want you to do (ooh) for me
Is give it to me when you get home (re, re, re ,re)
Yeah baby (re, re, re ,re)
Whip it to me (respect, just a little bit)
When you get home, now (just a little bit)







Σε κάποιο σημείο η λέξη R-E-S-P-E-C-T απαγγέλεται γράμμα προς γράμμα, ενώ η Franklin τραγουδάει, συνοδευόμενη από πλήθος γυναικών… Προκλητικά επαναλαμβάνουν στίχους όπως “sock it to me”.


R-E-S-P-E-C-T
Find out what it means to me
R-E-S-P-E-C-T
Take care, TCB
Oh (sock it to me, sock it to me, sock it to me, sock it to me)
A little respect (sock it to me, sock it to me, sock it to me, sock it to me)


...Και αν δε λάβει τον σεβασμό που επιζητά, μας λέει απερίφραστα:


Or you might walk in (respect, just a little bit)
And find out I'm gone (just a little bit)



***


…Kάπως έτσι λοιπόν γράφτηκε ιστορία. Για τον Otis Redding το “Respect” έμελλε να καταξιωθεί ως ένα από τα ομορφότερα τραγούδια του. Για την Aretha Franklin, το τραγούδι που την ανέδειξε και το πρώτο από μια σειρά λαμπρών επιτυχιών. Για το αναδυόμενο κίνημα των δικαιωμάτων των γυναικών, το “Respect” θα μετατρεπόταν σε σημαία.


Και για τη μουσική συνολικά, θα απέβαινε ένα από τα λαμπρά ορόσημά της.






Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Η Ρόζα του Ρεμπέτικου





Σάρα Σκιναζί ήταν το όνομα σου, μα ήθελες να σε λένε Ρόζα. Ρόζα, σαν τα βαθυκόκκινα πέταλα που είχες φορέσει στα μαλλιά σου, τη νύχτα εκείνη που κλέφτηκες. Τη νύχτα που σκόρπισες παράνομα με τον έρωτά σου, καθώς η οικογένειά του δεν σ’ ενέκρινε. Μα ούτε οι δικοί σου σε ενέκριναν. Αγαπούσες το τραγούδι, τον χορό, όχι το νοικοκυριό. Κοιτούσες τους άντρες μες στα μάτια, δεν έσκυβες κεφάλι. Σε θεωρούσαν αμφιβόλου αρετής. Ήσουν μια Εβραία σ’ έναν κόσμο μπάσταρδο, σ’ έναν κόσμο που αποζητούσε μια ταυτότητα. Έναν κόσμο παραδομένο στα φενακισμένα όνειρα του.


Από το βράδυ ως το πρωί
με πρέζα στέκω στη ζωή
κι όλο τον κόσμο κατακτώ
την άσπρη σκόνη σαν ρουφώ.


Γυρνούσες σε τοπικές ταβέρνες της οθωμανικής, ακόμα, βορείου Ελλάδας. Οι Τούρκοι πρώτοι αγάπησαν τη φωνή σου. Σε είχαν δει, εκεί στην Κομοτηνή, ενώ τραγουδούσες κάποιο βράδυ, και σου ζήτησαν να εμφανιστείς στο κέντρο τους. Η μάνα σου, υπηρέτρια τότε σε μια εύπορη οικογένεια, είχε εξοργιστεί. «Αλίμονο, η κόρη μου να γίνει χορεύτρια!», έλεγε – ενώ χαμήλωνε το βλέμμα της την ώρα που περνούσε μπροστά ο κύρης. Μα η δική σου σκέψη φτερούγιζε με εικόνες και αρώματα σμυρναίικα, σκηνές νυχτερινής ζωής και ταξιδιάρες μελωδίες. Το τραγούδι και ο χορός κυλούσαν μέσα σου, όπως τα ψάρια στον βυθό. Και συ μαζί τους κολυμπούσες, αρμενίζοντας στις θάλασσες της φαντασίας σου.







Άλλαξες σε Ρόζα το όνομα σου, τη στιγμή που αποφάσισες πως ήθελες να ακολουθήσεις τον δρόμο της τέχνης. Ήταν μια δήλωση ελευθερίας. Η στιγμή που ανάσαινες σε καθαρό αέρα.

Μα αν ο αέρας ήταν καθαρός, το έδαφος που βάδιζες ήταν κακοτράχαλο. Ο άντρας σου θα πέθαινε μετά από λίγα χρόνια και θα άφηνες το παιδί σου σε οικοτροφείο – θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι να το ξαναδείς. Στο μεταξύ θα έφευγες για την Αθήνα. Μια νέα εποχή ξημέρωνε, στο κατόπι του Πολέμου, εκεί, στα χρόνια της δεκαετίας του 20… Εποχή λουσμένη στο φως των υποσχέσεων, μα ταυτόχρονα παραδομένη στις σκιές τους. Μα εσύ αποζητούσες φως και μόνο. Τα δικά σου όνειρα δεν ήταν σαν των άλλων.


Όλος ο κόσμος είναι θύμα μου
σαν έχω πρέζα και ρουφάω
κι οι πολιτσμάνοι όταν θα με δουν
μελάνι αμολάω.






Για ένα διάστημα τραγουδούσες σε τρεις γλώσσες: Ελληνικά, τουρκικά και αρμένικα. Μα σε όποια γλώσσα και αν μιλούσες, τη φωνή σου χρωμάτιζες το ίδιο. Οι λέξεις και τα συναισθήματα δεν άλλαζαν, ούτε τα νοήματα των στίχων.


Κάποια στιγμή θα σε ανακάλυπτε ο Παναγιώτης Τούντας. Ήταν εκείνος που έφερε τις μελωδίες απ’ τη Σμύρνη στην Αθήνα και συνέβαλε όσο ελάχιστοι στη διαμόρφωση ενός νέου είδους τραγουδιού, που ακόμα δεν είχε κάποιο όνομα. Ένα τραγούδι που μιλούσε όμως σε κείνους που αποζητούσαν στη μουσική όχι διασκέδαση, μα παρηγοριά. Σε κείνους τους χιλιάδες. Θα συνέδεες το όνομα σου με το τραγούδι αυτό και ο κόσμος θα σε γνώριζε… Δέκα χρόνια μετά η φωνή σου θα γινόταν αγαπητή από τα πλήθη, σε Ελλάδα, Αίγυπτο, Τουρκία, Αλβανία και Σερβία.



Παναγιώτης Τούντας


Μα η φήμη ποτέ δε σ’ αιχμαλώτισε. Τον καιρό που στη χώρα κάποιοι ύψωναν το χέρι σε χαιρετισμό φασιστικό και μιλούσαν για μεγαλεία εθνικά και αυτοκρατορίες, εσύ με τόλμη τραγουδούσες.

Σαν μαστουρωθείς
γίνεσαι ευθύς
βασιλιάς, δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας.
Πρέζα όταν πιεις
βρε θα ευφρανθείς
κι όλα πια στον κόσμο ρόδινα θε να τα δεις.

Δική μου είναι η Ελλάς
και στην κατάντια της γελάς,
της λείπει το `να της ποδάρι
ρε και το παίξανε στο ζάρι.


Εξουσία, δικτατορία και πρέζα. Όψεις του ίδιου νομίσματος. Κάλπικες μορφές, σέρνοντας απατηλούς χορούς. Το καθεστώς του Μεταξά απαγόρευσε αυτό το τραγούδι σου, μα και άλλα σαν αυτό. Θα τα ανακάλυπτε ξανά πολλά, πολλά χρόνια μετά ο κόσμος.

Έπειτα ήρθε ένας ακόμα πόλεμος. Η κατοχή. Προκειμένου να διαφυλάξεις τον εαυτό σου, είχες εκδώσει πλαστά χαρτιά γεννήσεως. Η εβραϊκή καταγωγή σου δεν γινόταν φανερή. Μα αν είχες συνδεθεί ερωτικά με έναν Γερμανό, παράλληλα έκρυβες μαχητές της Αντίστασης στο σπίτι σου, ενώ φυγάδευες Εβραίους από Αθήνα και Θεσσαλονίκη… μεταξύ των οποίων και την οικογένειά σου. Μα το γάβγισμα των μαύρων σκύλων αντηχούσε έξω από την πόρτα σου… Οι σκιές συχνά ζωντάνευαν. Κάποια στιγμή έγινε φανερή η δράση σου και σε συνέλαβαν. Θα έμενες φυλακισμένη για τρεις μήνες. Έζησες, ωστόσο.






Τα χρόνια μετά τον πόλεμο θα απέβαιναν καρπερά για τη διεθνή καριέρα σου, μα όχι μόνο. Νέοι γάμοι, ταξίδια και περιοδείες στην Αμερική, άφθονοι δίσκοι και χειροκροτήματα δίχως τέλος… Μα κάτι ωστόσο είχε αρχίσει να τελειώνει. Το τραγούδι εκείνο με το οποίο είχες συνδέσει το όνομα σου πλέον είχε μεταμορφωθεί. Οι καιροί άλλαζαν, οι συνθήκες το ίδιο. Στη μορφή και τη φωνή σου ο κόσμος θα άρχιζε σταδιακά να βλέπει ένα παράθυρο στον χρόνο, σε κείνα που ήταν πλέον περασμένα.

Κάποιοι θα ξεχνούσαν. Και η ιστορία θα επαναλαμβανόταν.


Εγώ θα είμαι ρε δικτάτορας
κι ο κόσμος στάχτη αν θα γίνει
ο ένας θα μ’ ανάβει τον λουλά
κι ο άλλος θα τον σβήνει.


Κάποιοι όμως σε θυμόμαστε. Σχεδόν βλέπουμε τ' αστέρια που ξεπηδούσαν απ' τα μάτια σου, σαν ονειρευόσουν. Κάπου ανάμεσα τους ίσως τριγυρίζεις.

Το τραγούδι σου ονομάστηκε ρεμπέτικο. Και συ ήσουν η Ρόζα Εσκενάζυ.





Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

"Hellhound on my Trail"... Ο Robert Johnson και ο Διάβολος







Ένα κρύο βράδυ του Οκτώβρη, στα χρόνια της δεκαετίας του 30, ένα βράδυ που το ολόγιομο φεγγάρι έβαφε τον ουρανό στην απόχρωση του αίματος, ο Robert Johnson έκανε συμφωνία με τον διάβολο.

Ο Johnson ήταν ένας μοναχικός μουσικός των Blues, γυροφέρνοντας σαν άδικη κατάρα με τη κιθάρα του στα βασανισμένα τοπία του αμερικανικού Νότου, γυρεύοντας κάποια αναγνώριση. Μικρό παιδί μόλις και είχε μάθει τη σκληρή ζωή της εργασίας στις φυτείες, ζωντανό απομεινάρι των χρόνων της σκλαβιάς – που μόνο στο όνομα είχε καταρρεύσει. Ήταν μόλις 17 χρονών όταν παντρεύτηκε τη φιλενάδα από τα παιδικά του χρόνια, Virginia, μα ίσα που πρόλαβε να ζήσει έναν χρόνο φευγάτης ευτυχίας. Η αγαπημένη του Virginia έμελλε να πεθάνει στη διάρκεια της γέννας – και μαζί με αυτή, πέθανε και το παιδί της.

Ο Johnson ήταν απαρηγόρητος. Μόνη του διέξοδος πια η μουσική και το ουίσκι. Παρέα με τους λιγοστούς του φίλους, γυρνούσε εδώ κι εκεί, η κιθάρα μόνιμη αποσκευή του. Με τον φιλαράκο του Willie Brown λένε πως σύχναζαν τα βράδια σε νεκροταφεία, γράφοντας τραγούδια στις ταφόπλακες, ρουφώντας το φεγγάρι, θέλοντας ίσως να ξυπνήσουν τους νεκρούς…

Μα οι νεκροί πάντα κοιμόνταν. Και το κοινό παρέμενε αδιάφορο για τη μουσική του Johnson.







Crossroads



Ώσπου ήρθε εκείνο το μοιραίο, παγερό βράδυ του Οκτώβρη. Ο Johnson βάδιζε σε μια σκοτεινή διασταύρωση, στο ανίερο σμίξιμο των δρόμων Highway 61 και 49… Σύμφωνα με μια παράδοση που είχε ρίζες στο μακρινό παρελθόν, η διασταύρωση δύο δρόμων θεωρείται μέρος ερεβώδες, δαιμονικό, χαίνουσα πηγή μαύρης μαγείας. Ο άνεμος φυσούσε, αντηχώντας σαν αναστεναγμός μανιασμένου εραστή. Ο ουρανός έσμιγε με τη σελήνη και γεννούσανε σκιές. Ένα σκυλί ούρλιαζε σα λυσσασμένο, χοροπηδώντας λες και προσπαθούσε να πιάσει το σκιερό του είδωλο.

Τότε ήταν που ο Johnson συνάντησε έναν μεγαλόσωμο, επιβλητικό, μαυριδερό κύριο. Ο κύριος του χαμογέλασε και τα λευκά δόντια του αντανακλούσαν τη λάμψη απ’ το φεγγάρι. «Σε περίμενα», του είπε, κι ενώ ο Johnson δε πίστευε στα μάτια του. «Άργησες, ξέρεις», συνέχισε εκείνος. «Μα ίσως και όχι. Κάποιες φορές ό,τι αργεί γίνεται απολαυστικότερο στο τέλος, δε συμφωνείς;».

Ο Johnson κατάλαβε ποιος ήταν. Και κατάλαβε ποιος ήταν ο σκοπός του. Η καρδιά του χτύπησε με φόβο και λαχτάρα. «Έχω χάσει όλα όσα είχα. Τη ζωή μου, τη γυναίκα μου, το παιδί μου. Μόνο η κιθάρα αυτή μου μένει. Το μόνο όνειρο μου, ν’ αναγνωριστώ. Nα πνίξω τον πόνο μου στη παρηγοριά της δόξας, στη ζεστασιά του ακριβού ποτού, να με θαυμάζουν οι μουσικοί και να με ποθούνε οι γυναίκες. Μπορείς να μου δώσεις αυτό που σου ζητώ;»







Ο διάβολος τον κοίταξε και τα μάτια του πετούσαν σπίθες. «Μπορώ να σου χαρίσω τόση δόξα, όση δε φαντάζεσαι. Θα έχεις ουίσκι άφθονο και γυναίκες φίνες. Δεκαετίες και δεκαετίες μετά θα μνημονεύεται το όνομα σου και θα σε μελετούν οι καλλιτέχνες. Η μουσική του 20ου αιώνα θα εμποτιστεί στους ρυθμούς που θα της δώσεις… Μα, να ξέρεις, υπάρχει πάντα και το τίμημα... Νομίζω πως αυτό είναι αυτονόητο».

Ο Johnson φάνηκε διστακτικός. Το σταυροδρόμι κάτω στα πόδια του φάνταζε λες και ανήκε σ’ έναν άλλο κόσμο – σα να ήταν το μοναδικό σταυροδρόμι που είχε ποτέ υπάρξει, ίδιο και απαράλλαχτο σε όλες τις εποχές και τους τόπους. Ο αέρας είχε πάψει ν’ αντηχεί, το σκυλί ίσα που ακουγόταν. Ο Johnson σκέφτηκε το παρελθόν του… τι είχε χάσει, τι είχε να κερδίσει. Σκέφτηκε τα μέλη της φυλής του, τους χιλιάδες σαν αυτόν που βίωναν τα δεινά μιας κοινωνίας που δεν είχε χτιστεί στα μέτρα των ικανοτήτων τους. Τα σκέφτηκε όλα αυτά και αποφάσισε.

«Θέλω να γίνω ο βασιλιάς των Blues», είπε στον διάβολο. Και ο διάβολος χαμογέλασε.

«Φέρε την κιθάρα σου, παλικάρι μου», του είπε. Ο Johnson, κάπως απρόθυμα, του την παραχώρησε. Ο διάβολος την πήρε στα πελώρια χέρια του, την κούρδισε και εκείνη φάνηκε ν’ αναστενάζει ηδονικά. Φλόγες φάνηκαν να ξεπετάγονται από πάνω της. Μα όταν ο Johnson την έπιασε στα χέρια του, η κάψα όλη μπήκε στο κορμί του. Και αισθάνθηκε τότε τη γλυκιά ηδονή της έμπνευσης να τον κατακλύζει. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος πια.

Το επόμενο πρωί, όταν θα επέστρεφε στη πόλη, ο νεαρός αυτός θα άφηνε κατάπληκτο το ακροατήριο με τις εκπληκτικές του ικανότητες. Ο ήχος των Blues του Δέλτα είχε πια βρει τον σημαντικότερο τους εκφραστή. Και ο Johnson έγραψε μερικά τραγούδια, σχετικά με την εμπειρία που είχε. Ένα από αυτά ήταν το "Me and the Devil Blues". Ένα άλλο ήταν το "Hellhound on my Trail".








Ο χορός της αιωνιότητας



Η δόξα θα ερχόταν, μα το τίμημα ήταν βαρύ. Λίγα μόλις χρόνια μετά, κι ενώ ο Johnson είχε αρχίσει να αποκτά την αναγνώριση που τόσο επιθυμούσε, έμελλε να πέσει νεκρός στο άδυτο ενός μπαρ, πίνοντας ουίσκι ποτισμένο με δηλητήριο – πιθανότατα από κάποιον ανταγωνιστή… Ο διάβολος είχε τηρήσει τη συμφωνία του.

Μα, πράγμα παράξενο, στις ακόλουθες δεκαετίες όλο και περισσότερος κόσμος θα ανακάλυπτε τον Robert Johnson. Η μουσική του θα διοχετευόταν στα κανάλια, όχι μόνο των Blues, μα και της Jazz, των Rhythm ‘n Blues, του Rock ‘n Roll. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως η Ροκ μουσική στο σύνολο της γεννήθηκε επειδή κάποτε, αυτός ο βασανισμένος, μα ικανότατος, μαύρος μουσικός, οραματίστηκε πως ένα βράδυ, υπέγραψε συμβόλαιο με τον διάβολο…


Μεταξύ μας… Δεν ήταν ο διάβολος αυτός. Μα ο θεός της μουσικής, μεθυσμένος απ’ το άφθονο ουίσκι και τον τρελό χορό. Πίνοντας και τραγουδώντας στην υγεια του Robert Johnson, του πατέρα των Blues.




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...