Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Aphrodite's Child - End of the World







Aphrodite’s Child – End of the World

Έτος – 1968

Είδος – Psychedelic Pop/Rock – Progressive Rock



Ευτυχώς για όλους μας, κατά τη διάρκεια των γκρίζων χρόνων της Χούντας, υπήρξαν εκείνοι οι καλλιτέχνες που δεν παρασύρθηκαν απ’ την κατήφεια των καιρών, ούτε εγκατέλειψαν τις δημιουργικές τους τάσεις. Αντίθετα, γέμισαν με χρώματα τις σελίδες του ελληνικού μουσικού πενταγράμμου. Χρώματα ξέχειλα, ψυχεδελικά, μπλεγμένα με ρευστά, ταξιδιάρικα σχήματα και πλουμισμένα με τον αέρα και τη γεύση μιας εποχής ολόκληρης. Τέτοιοι ήταν και οι δικοί μας, Aphrodite’s Child.

Η επιρροή της βρετανικής και αμερικανικής μουσικής στην ελληνική «ποπ-ροκ» σκηνή της δεκαετίας του 60 συχνά άγγιζε τα όρια του ξεδιάντροπου μιμητισμού – για να μη χρησιμοποιήσουμε τον σωστότερο όρο «κλοπή». Οι σωσίες των πρώιμων Beatles στην ελληνική εκδοχή τους έδιναν και έπαιρναν, την ίδια εποχή που οι ίδιοι οι Beatles και άφθονα άλλα ξένα συγκροτήματα άνοιγαν νέους, τολμηρούς μουσικούς ορίζοντες, πειραματιζόμενα με καινούργιους ήχους (και ουσίες). To δεύτερο μισό της δεκαετίας του 60 είδε τη γέννηση της ψυχεδέλειας, ιδανικής μουσικής για να συντροφέψει τα ποτισμένα από LSD όνειρα της γενιάς των χίππηδων.  








Στην Ελλάδα όμως, μια χώρα που ανέκαθεν αντιμετώπιζε προβλήματα ταυτότητας, αναζητούσαν ακόμα εκείνον τον «μοντέρνο» ποπ ήχο που να εκφράζει τη νεότερη γενιά (και να γεμίζει τα ταμεία των ελληνικών δισκογραφικών εταιριών). Θεωρούσαν πως τον είχαν βρει σε μουσικούς και συγκροτήματα με αγγλόφωνο στίχο, και ήχο ίδιο με εκείνον των βρετανικών συγκροτημάτων. Ήταν η μουσική των Μοντέρνων Καιρών.

Θα μπορούσαμε γενικά να κατατάξουμε την παραγόμενη στην Ελλάδα μουσική της εποχής σε τρεις κατηγορίες: Πρώτη κατηγορία, εκείνη της «παραδοσιακής ελληνικής μουσικής», όπως είχε καθιερωθεί στη διάρκεια των περασμένων δεκαετιών, η οποία όμως δε δεχόταν την οποιαδήποτε πρόσμιξη «ξενικών» στοιχείων. Εδώ θα μπορούσαμε να εντάξουμε όλη την πλούσια παράδοση που οδήγησε στο λαϊκό τραγούδι της δεκαετίας του 60. Δεύτερη κατηγορία, η ελληνόφωνη μεν μουσική, η οποία ωστόσο δεχόταν να πειραματιστεί, να δοκιμάσει νέους ήχους και να πάει μπροστά. Εδώ μπορούμε να συμπεριλάβουμε το Νέο Κύμα, μα και συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης ή ο Λοϊζος, η οποίοι ανέμιξαν στοιχεία του παραδοσιακού ελληνικού ήχου από τη μία, με περισσότερο μοντέρνα στοιχεία από την άλλη.

Τρίτη κατηγορία είναι εκείνη των άφθονων αγγλόφωνων συγκροτημάτων της «ελληνικής ποπ-ροκ» σκηνής, στα οποία το ελληνικό στοιχείο αφορούσε μόνο την καταγωγή και τα ονόματα των μελών τους. Εδώ όμως εγείρεται το «αιώνιο ερώτημα»: κατά πόσο νοείται ροκ ήχος με ελληνικό στίχο, κατά πόσο η Ροκ μουσική, σε τελική ανάλυση, γίνεται να αποδοθεί  με τρόπο άλλο πέραν εκείνου της αγγλόφωνης παράδοσης. Δε θα απαντήσω εδώ σε αυτό το ερώτημα – σκοπός μου ήταν απλά να παρουσιάσω τα μουσικά στρατόπεδα των καιρών.







Οι Aphrodite’s Child ξεπήδησαν μεν από την τελευταία κατηγορία, εκείνη των αγγλόφωνων συγκροτημάτων, ωστόσο εδώ δεν είχαμε να κάνουμε με στείρους απομιμητές. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να τους εντάξουμε κάπου μεταξύ της κατηγορίας τρία και δύο:  ανήκαν στους μουσικούς εκείνους που συνέβαλαν ώστε η Μουσική να κάνει γενναία βήματα μπροστά, αφουγκραζόμενοι μεν το πνεύμα των καιρών, μα επιχειρώντας και προσμίξεις με τον παραδοσιακό ήχο. Παρέδωσαν μουσική δυτικού τύπου μεν, η οποία ωστόσο δε ξεχνούσε τις ρίζες και την ιδιαιτερότητα του τόπου της.

Το “End of the World” είναι το διαποτισμένο από την ψυχεδέλεια των καιρών ντεμπούτο τους. Εν έτει 1968, στην… «πολιτισμένη» πατρίδα μας η ηχογράφηση τέτοιων δίσκων ήταν αδιανόητη. Η ψυχεδέλεια ταυτιζόταν με τους επικίνδυνους χίππηδες και τις ανατρεπτικές τους ιδέες και το καθεστώς της Χούντας δεν επέτρεπε τέτοια πράγματα. Ο μόνος τρόπος για τους Aphrodite’s Child να ηχογραφήσουν τον δίσκο (μα και να κάνουν καριέρα) ήταν να καταφύγουν στο εξωτερικό, όπως και έκαναν. Στόχος τους ήταν η Αγγλία, μα τα γεγονότα του γαλλικού Μάη τους καθήλωσαν στη Γαλλία, όπου και έμειναν τον πρώτο καιρό. Εκεί ολοκληρώθηκε η ηχογράφηση.

 Κρίμα. Ανοιγόταν μπροστά τους μια λαμπρή καριέρα στα πρώιμα σκυλάδικα της εποχής, να σπάνε πιάτα και να ραίνουν λουλούδια στα πόδια των συνταγματαρχών, μα οι ίδιοι την σκόρπισαν στο όνομα της «δημιουργίας». Ανόητα παιδιά.








Στα πλήκτρα και στη σύνθεση των τραγουδιών ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Στο μπάσο και στα φωνητικά ο Ντέμης Ρούσσος. Και στα τύμπανα και τα κρουστά ο Λουκάς Σιδεράς – αυτοί ήταν οι Aprodite’s Child του πρώτου δίσκου. Ένα άλμπουμ που ξεχειλίζει άρωμα δεκαετίας 60, φέρνοντας κατά νου μπάντες όπως οι Moody Blues και οι Procol Harum, παρουσιάζοντας πρώιμα ίχνη από τον αέρα του progressive rock που θα κυριαρχούσε σε λίγα χρόνια. Ο δίσκος σε καμία περίπτωση δε θυμίζει «ελληνικό» συγκρότημα της εποχής, και αν κάποιος το άκουγε χωρίς να ξέρει την χώρα καταγωγής πιθανό να θεωρούσε πως έχουμε να κάνουμε με μια βρετανική μπάντα.

Τα μελωδικά, αέρινα φωνητικά του Ντέμη Ρούσσου χρωματίζουν με πολύχρωμα ηχοχρώματα τις πολύ ιδιαίτερες μελωδίες του Βαγγέλη, προσδίδοντας μια ονειρική διάσταση σε σημεία, και μια περισσότερο δυναμική και ροκ διάσταση σε άλλα. Μπαλάντες όπως το “End of the World” και το “Rain and Tears” ανήκουν στις ομορφότερες μπαλάντες των καιρών, ενώ το δεύτερο αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του συγκροτήματος, καταξιώνοντας τους στην Ευρώπη – για Ελλάδα ούτε λόγος να γίνεται βέβαια. Το “The Grass Is No Green” ανήκει στα πιο ψυχεδελικά και πειραματικά του δίσκου, ενώ το “You Always Stand In My Way” είναι η πιο χύμα ροκ στιγμή.








Τέλος, θέλω να κάνω ιδιαίτερη μνεία για το “The Shepherd and the Moon”, ένα τραγούδι που παντρεύει την ελληνική παράδοση με τον αγγλόφωνο, δυτικό ήχο των καιρών. Εδώ καταδεικνύεται εκείνο που είπαμε πριν, για την διάθεση ορισμένων μουσικών να πειραματιστούν και να εντάξουν στον ήχο τους στοιχεία από την πλούσια μουσική κληρονομιά της χώρας τους. Έτσι έκαναν και οι Aphrodite’s Child, φανερώνοντας πως ήταν μια μπάντα που κοιτάζει μεν προς τη Δύση, αποφεύγοντας ωστόσο τον ξερό μιμητισμό, και, εν τέλει, ωθώντας το σύνολο της Μουσικής ένα βήμα μπρος.

Έναν χρόνο μετά θα σχηματίζονταν και οι Socrates, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα. Όσο αφορά τους Aphrodite’s Child, τα καλύτερα σε δισκογραφικό επίπεδο έμελλε να έρθουν – τέσσερα χρόνια μας χώριζαν από το αναγνωρισμένο αριστούργημα τους, το θρυλικό «666».

Όσο αφορά την πατρίδα που «έχτιζε Παρθενώνες όταν άλλοι μάζευαν βελανίδια από τα δέντρα»… Η Ελλαδίτσα μας πέρα βρέχει. Που να ακούσουν τη μουσική, τη στιγμή που βρυχόντουσαν τα τανκς. Έπρεπε να περάσουν τα χρόνια για να ανακαλύψουν οι Έλληνες τους Aphrodite’s Child, και αυτό ενώ είχαν πλέον διαλυθεί. Κανέναν όμως από τους πολιτικούς μας δε θα τον χάλαγε να χρησιμοποιεί τους «Δρόμους της Φωτιάς» του Βαγγέλη ως μουσικό υπόβαθρο των διαφημιστικών σποτ της «πολιτισμένης του πατρίδας»…


"You should come with me to the end of the world, without telling your parents and your friends"...








Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Πέραν του ότι συνιστά το ιστορικό πρώτο άλμπουμ ενός από τα σημαντικότερα συγκροτήματα της ελληνικής ροκ σκηνής, το άλμπουμ περιλαμβάνει και ορισμένα πραγματικά πανέμομορφα τραγούδια.


Γιατί να μη τον ακούσετε: Θα πρέπει να μη σας αρέσει καθόλου ο ήχος της δεκαετίας του 60, οι μπαλάντες η ψυχεδέλεια και όλα αυτά.


Ο δίσκος σε μια πρόταση: Απόδημα παιδιά των Λουλουδιών.


Top-moments: End of the World, Don’t Try to Catch a River, Rain and Tears, The Shepherd and the Moon


Tracklist (κλικ στα χρωματισμένα για να μεταβείτε στο τραγούδι)


3 - Mister Thomas
5 - The Grass is no Green
6 - Valley of Sadness
7 - You Always Stand in my Way
9 - Day of the Fool 






Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

James Brown - Live at the Apollo







James Brown – Live at the Apollo

Έτος – 1962

Είδος – Soul, R’n’B



“And now, ladies and gentlemen, it’s star time… Are you READY for star time??!”



ΜΠΑΜ! Ο ήχος ενός ηφαιστείου που εκρήγνυται. Η λάβα της ξαναμμένης λίμπιντο που κυλάει αργά και βασανιστικά. Τα υστερικά ξεφωνητά ερεθισμένων κορασίδων. Πάθος και ιδρώτας, μάτια πυρακτωμένα σαν εστίες φωτιάς. Ένας ερμηνευτής πάνω στη σκηνή, ενώ λικνίζεται σαν μαύρος αίλουρος, μαγνητίζοντας τα πλήθη, παραδίδοντας κινήσεις που δεν είχε δει ποτέ ο κόσμος ως τότε.

Αυτό δεν είναι ένα live album. Είναι η έκσταση η ίδια σε μουσική μορφή.

Βρισκόμαστε στο έτος 1962, μια μεταβατική περίοδο για τη μαύρη μουσική. Ήταν τα χρόνια εκείνα που γεννήθηκε ο χείμαρρος της Soul, ξεπηδώντας από τους παραπόταμους της αγγελικής Gospel και των δαιμονισμένων Rhythm ‘n Blues, όντας μια παθιασμένη και ανίερη ένωση των δυο τους… Για πρώτη φορά η μαύρη μουσική θα κατακτούσε σε τέτοιο μαζικό βαθμό το λευκό κοινό, σφραγίζοντας τον μουσικό χάρτη των καιρών και σημαδεύοντας με ανεξίτηλο μελάνι τη δεκαετία του 60 – αλλά και τις δεκαετίες που θα ακολουθούσαν.








Και ο Νονός της Soul, James Brown, παρέα με τους Ray Charles και Otis Redding, υπήρξαν οι σημαιοφόροι του νέου κινήματος, στα πρώτα του χρόνια. Το “Live At The Apollo” δεν είναι ένα τυχαίο live album. Λίγο πολύ συνιστά τον δίσκο που καταξίωσε τη Soul μουσική στα πλήθη των λευκών… Ο νεαρός James Brown είχε ήδη σημειώσει σημαντική επιτυχία τα περασμένα χρόνια, με ορισμένα από τα γνωστότερα του singles, όπως τα “Think” και “Please, Please, Please”, ωστόσο η επιτυχία εκείνη αφορούσε κατά κύριο λόγο το μαύρο κοινό των ΗΠΑ – οι λευκοί αγνοούσαν πως, κάπου εκεί γύρω, γυροφέρνοντας στον μουσικό και συναυλιακό χάρτη της εποχής, είχε κάνει την εμφάνιση του ένας ερμηνευτής, η παρουσία του οποίου πάνω στη σκηνή κόντραρε στα ίσια εκείνη του «βασιλιά» Elvis Presley.

Και τότε η ιστορία κατέγραψε το συγκεκριμένο live, στο θρυλικό Apollo του Harlem. Έπρεπε απλά να δει κάποιος, με τα μάτια του τα ίδια, τον James Brown να παθιάζεται πάνω στη σκηνή, χορεύοντας έτσι όπως δεν είχε χορέψει κανείς ποτέ ως τότε, μια πηγή αστείρευτης ενέργειας – έπρεπε να τον ακούσει να ερμηνεύει τα τραγούδια του, μετατρέποντας κάθε μοναδικό στίχο σε βίωμα – έπρεπε να ακούσει τη μπάντα που τον συνόδευε (τους μοναδικούς Famous Flames) να αποδίδουν σε φρενήρη ρυθμό τα τραγούδια, όχι ένα-ένα ξεχωριστά, αλλά όλα μαζί σε medley, σαν ένα εννιαίο σώμα… Έπρεπε να βιώσει κάποιος μια ανάλογη εμπειρία για να συνειδητοποιήσει με τι έχουμε να κάνουμε.








Οι κοπέλες που ουρλιάζουν υστερικά κατά τη διάρκεια του δεκάλεπτου “Lost Someone” ξυπνούν με τις φωνές τους τον Μαύρο Γίγαντα που θα ξεπηδούσε στα Sixties, σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμα του – όχι μόνο σε μουσικό, μα και σε κοινωνικό επίπεδο. Τα παλιότερα χρόνια η συντηρητική κοινωνία των λευκών φοβόταν τη μουσική των μαύρων, θεωρώντας την παρακμιακή και εκφυλισμένη. Από τα τέλη της δεκαετίας του 50 όμως τα πράγματα είχαν αρχίσει να αλλάζουν. Κάθε έκφανση ερωτισμού που ως τότε παρουσιαζόταν έμμεσα μέσα από τους στίχους και τις κινήσεις των ερμηνευτών των rhythm n’ blues, εκτινάχτηκε στα ύψη. Όχι πια συγκαλλυμένη, όχι έμμεση, μα ξεκάθαρη, περήφανη και ερεθισμένη.

Ο δίσκος καρφώθηκε στη δεύτερη θέση των U.S. pop charts, για 66 ολόκληρες εβδομάδες… Κάτι αδιανόητο για μαύρο καλλιτέχνη ως τότε. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί που ειδικεύονταν στη μαύρη μουσική έπαιζαν συνεχώς το άλμπουμ, κόβοντας το σε δύο ίσα μέρη, παρουσιάζοντας το σαν δύο ενιαία κομμάτια, μεταδίδοντας την αίσθηση στον κόσμο που αυτό που μεταδίδεται ξανά και ξανά δεν είναι ένα ακόμα single των τριών λεπτών, αλλά ένα ζωντανό έργο, στο οποίο τα τραγούδια ρέουν το ένα μέσα στο άλλο, σχεδόν χωρίς αρχή και τέλος.








Για τον συγκεκριμένο δίσκο είχε πει ο κιθαρίστας των MC5, Wayne Kramer, πως υπήρξε η βασική πηγή τους έμπνευσης για την δημιουργία του – εξίσου θρυλικού και προπάτορα του punk rock – album τους “Kick Out The Jams”. «Our whole thing was based on James Brown. We listened to Live At The Apollo endlessly on acid”…

Για τον James Brown όμως, το συγκεκριμένο άλμπουμ ήταν απλά ένας ακόμα σταθμός – από τους σημαντικότερους του ασφαλώς. Το “Night Train” του Brown θα συνέχιζε τον δρόμο του και τα επόμενα χρόνια θα συνέχιζε να διαμορφώνει τον παγκόσμιο μουσικό χάρτη.









Γιατί να ακούσετε τον δίσκο: Διότι θέλετε να πάρετε μια γεύση ενός από τους οργιαστικότερους καλλιτέχνες στην ιστορία της μουσικής, σε μία από τις οργιαστικότερες στιγμές του. Και γιατί το άλμπουμ αυτό συμπυκνώνει σε νότες (και στριγγλιές) την έκρηξη της λίμπιντο μιας εποχής  ολόκληρης.


Γιατί να μη τον ακούσετε: Πρέπει να έχετε πολύ κακό γούστο στη μουσική για να μην εκτιμήσετε το περιεχόμενο του δίσκου.

Μόνο ελάττωμα του άλμπουμ η πολύ μικρή του διάρκεια.


Ο δίσκος σε μια πρόταση: Όργιο και ηδονή.


Top-moments: Όλο το άλμπουμ, το οποίο πίνεται από την πρωτη ως την τελευταία του σταγόνα.


Tracklist:

1 - Introduction to James Brown and the Famous Flames
3 - Try Me
4 - Think
6 - Lost Someone  ( > κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και ακούστε το)

7 - Medley: Please, Please, Please / You' ve Got The Power/ I Found Someone / Why Do You Want Me / I Want You So Bad / I Love You, Yes I Do / Strange Things Happen / Bewildered / Please, Please, Please
8 - Night Train






Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Η Αγέλαστη Πολιτεία και οι Καλικάντζαροι







Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Η Αγέλαστη Πολιτεία και οι Καλικάντζαροι

Έτος - 1978/1983/1996

Είδος - Μελοποιημένο Παραμύθι


~


Η συνταγή είναι απλή. Δε θα τη βρείτε σε κάποιο βιβλίο μαγειρικής, δε χρειάζεται αποστήθιση. Όλοι γνωρίζουμε αυτή τη συνταγή, μα την έχουμε ξεχάσει! Έξω στα δάση, στα λαγκάδια, πιασμένοι σε παρδαλό χορό, πίνοντας κρασί και τρώγοντας γλυκά, και ενώ η φωτιά αχνίζει στο τσουκάλι, σκορπίζοντας παντού κατακόκκινους, ευωδιαστούς καπνούς – κάπως έτσι βράζουμε το μαγικό βοτάνι!

Το τραγούδι γεννάει τη φωτιά, ο χορός σηκώνει τους καπνούς. Και ενώ εσύ παρατηρείς πλήθη από καλικάντζαρους να χοροπηδάνε πάνω κάτω, γύρω απ’ το τσουκάλι, αντηχεί στ’ αυτί σου η παιχνιδιάρικη μελωδία των φωνών τους. Εμπρός, τραγούδησε και συ μαζί τους!


Ρουμ, παπαρούμ, παπαρούμ, παπαρούνα,
τη στίβουμε και κάνουμε μαντζούνα
και ύστερα τη βάζουμε να βράζει
δεκαοχτώ μερόνυχτα σε σιγανή φωτιά








Και όσο ο μυστήριος καπνός από τη χύτρα εξαπλώνεται στις πέρα πολιτείες, δες, τα πήλινα πόδια των κατοίκων θα ταρακουνηθούν! Τα τετραγωνισμένα, γκρίζα κτίρια θα χάσουν τις γωνίες τους και θα γίνουν στρογγυλά και πολύχρωμα, σα λουκουμάδες. Το χιόνι που θα έχει στρώσει τους δρόμους θα ναι ζεστό και λαχταριστό, σα ζάχαρη άχνη. Τα αυτοκίνητα, τα λεωφορεία, ο ηλεκτρικός, θα βγουν απ’ τις τροχιές τους, θα εγκαταλείψουν αυτή την τόσο προβλέψιμη ευθεία τους και θ’ αρχίσουν τα ζιγκ ζαγκ, σα ρόλερ κόστερ. Και οι άνθρωποι επιτέλους θα χαμογελάνε, θα κοιτάζουν ο ένας τον άλλο με χαρά και δε θα σκύβουν το κεφάλι.

Για λίγο έστω, ο χειμώνας άνοιξη θα γίνει! Και τότε χίλια δυο τρελά πράγματα θα γίνουν:


Τα πρόβατα κελάηδαγαν γλυκά σαν αηδονάκια
κι οι αγελάδες πέταγαν ψηλά με τα πουλάκια.
Οι γέροι βγήκαν στις αυλές τα μήλα για να παίξουν,
ξύπνησαν οι τεμπέληδες και θέλαν να δουλέψουν.
Οι βλάκες γίναν έξυπνοι και οι μουγγοί μιλούσαν
και τα νερά του ποταμού ανάποδα κυλούσαν


Κι ενώ οι καλικάντζαροι και τα παιδιά έχουν στήσει το χορό, κι ενώ ο χοντρός αρχηγός τους, Μανδρακούλος, γελάει βροντερά, οι καλικάντζαροι τραγουδάνε: «Μπρος στον Μανδρακούλο ο Χειμώνας παίρνει Πούλο! Μπρος στον Μανδρακούλο ο Χειμώνας παίρνει Πούλο!»









Επιτρέψτε μας τώρα να διακόψουμε για λίγο το γλέντι και να πούμε κάποια ιστορικά στοιχεία! 

Βρισκόμαστε, που λέτε, στα τέλη της δεκαετίας του 70, και οι αδερφοί Κατσιμίχα (άγνωστοι, ακόμα, στο ελληνικό κοινό) γυροφέρνουν στην Ευρώπη. Τα Χριστούγεννα του 1978, στο Μονπελιέ της Γαλλίας, γράφτηκε το παραμύθι «Η Αγέλαστη Πολιτεία και οι Καλικάντζαροι». Οι Κατσιμιχαίοι έκαναν τη μελοποίηση του στο Βερολίνο και εκείνο κυκλοφόρησε λίγα χρονιά μετά (το 1983), σε μορφή βιβλίου, εικονογραφημένο από τον πασίγνωστο και αγαπημένο σκιτσογράφο και φίλο των Κατσιμιχαίων, Νίκο Μαρουλάκη. Σαν μεμονωμένος δίσκος κυκλοφόρησε πολλά χρόνια μετά στη χώρα μας, μόλις το 1996.








Ουσιαστικά λοιπόν τα τραγούδια της «Αγέλαστης Πολιτείας» συνιστούν την παλιότερη καταγεγραμμένη έκφανση της μουσικής των Κατσιμιχαίων – παλιότερη και από τα περίφημα «Ζεστά Ποτά», τον κλασικό πρώτο δίσκο τους. Και παραμένει μία από τις πλέον ιδιαίτερες στιγμές τους. Αφενός η μουσική ξεχωρίζει με τις πλούσιες εναλλαγές της και τις κολλητικές της μελωδίες, αφετέρου η ιστορία είναι ευχάριστη και διασκεδαστική, εμποτισμένη εδώ κι εκεί με μικρές πινελιές, σα σταγόνες από ξέχειλο κρασί (ή μπύρα), πινελιές χαρακτηριστικές του χιούμορ των Κατσιμιχαίων, καθιστώντας το έργο ιδιαίτερα αγαπητό στους ενήλικες.

Για παράδειγμα ο «πάρε τον πούλο» αρχηγός των καλικάντζαρων, ο Μανδρακούλος. Το παπαδαριό και τα αγιαστήρια της μέρας των Θεοφανίων, που απομακρύνουν τους καλικάντζαρους. Η «παπαρούνα». Καθώς και οι επίσημοι προσκεκλημένοι τους στο ξέφρενο γλέντι της Πολιτείας – ανάμεσα τους οποίους ξεχωρίζουν η Χιονάτη με τους Εφτά Νάνους, ο Τομ Σόγιερ, ο Αίσωπος, ο Καραγκιόζης, ο Κάρλος Καστανέττα και ο… Τζίμυ Χέντριξ!








Μπορούμε λοιπόν να δούμε το έργο σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Ένα είναι εκείνο του παραμυθιού. Το άλλο όμως εμπεριέχει συμβολισμούς και κοινωνική κριτική – εδώ που τα λέμε, κάθε παραμύθι που σέβεται τον εαυτό του κάνει κάτι αντίστοιχο. Η «Αγέλαστη Πολιτεία» είναι ένας γκρίζος τόπος, που οι άνθρωποι ξοδεύουν κάθε μέρα τη ζωή τους στη ρουτίνα της καθημερινότητας, δουλεύοντας σαν τα ρομπότ, αγενείς, αφιλόξενοι, αγέλαστοι και ανίκανοι να «χορέψουν». «Καθένας τους εκοίταζε μονάχα τη δουλίτσα του» και η συντροφικότητα ήταν λέξη άγνωστη. Έχουν μάθει να σιχαίνονται τους ζωηρούς καλικάντζαρους, καθώς «η ασχήμια των καλικάντζαρων τους θυμίζει τη δική τους ασχήμια».

Και αν για μια μέρα μόνο έλιωσαν οι πάγοι, χάρη στη δύναμη εκείνου του θαυματουργού βοτανιού, και αν κατέφτασε για λίγο μόνο η Αγάπη και μαζί μ’ αυτήν η Άνοιξη, σκορπίζοντας το χρώμα και το γέλιο στην Αγέλαστη – ως τότε – Πολιτεία, την επομένη, με το που ξύπνησαν οι κάτοικοι αποτίναξαν τα καπνά από τη χθεσινή, ξέφρενη βραδιά, σα να ταν ένα όνειρο. Και έτσι άρχισαν ξανά τις δουλειές και τη μουρμούρα τους.


Εμείς γι' αυτά δεν είμαστε, τ' αυτί μας δεν ιδρώνει,
εδώ τσαλίμια και γιορτές και τρέλες δε σηκώνει.
Οι ξένοι ονειρευτήκανε και λένε παραμύθια,
μ' αν τύχει και τους πιάσουμε θα κλάψουνε στ' αλήθεια!








Ωστόσο κάποιοι δε θέλησαν να λησμονήσουν. Κάποιοι δε ξέχασαν τους άτακτους καλικάντζαρους και τις περίλαμπρες, λευκές τους χήνες. Ήταν τα παιδιά! Τα παιδιά που τους είδαν με τα μάτια τους και πέταξαν με τις χήνες πάνω στους ουρανούς, μέσα από λαγκάδια, κοιλάδες και βουνά! Και μαζί με τα παιδιά ο «γερο δάσκαλος» τους, ο οποίος μιλάει, απορεί, προβληματίζεται, μα οι υπόλοιποι ενήλικες αρνούνται να τον ακούσουν.


Εσύ να σκάσεις δάσκαλε και να μην επιμένεις,
και στα μικρά άλλη φορά τραγούδια μη μαθαίνεις!
Εσένανε σε πήραμε να μάθεις τα παιδιά μας,
να γράφουν να διαβάζουνε, να 'ρθούν στα βήματα μας!
Κι όχι τραγούδια να τους λες και χαζοπαραμύθια:
βοτάνια, καλικάντζαρους και τέτοια κολοκύθια.





Above illustration by Rolf Lidberg



Γιατί για την πλειοψηφία των ανθρώπων μέρες σαν εκείνες που απλώθηκε η τρέλα και ο χορός, δε μπορούν παρά να γίνονται μια φορά στα τόσα. Η εξαίρεση, όχι ο κανόνας. Μια υποσημείωση στο γκρίζο βιβλίο της ζωής, μια σπίθα φωτιάς σ’ έναν παγωμένο κόσμο, μια μονοήμερη εξόρμηση σε μια δεκαετία ρουτίνας και ανίας, μια παροδική γιορτή, αντίστοιχη με τα Χριστούγεννα, ικανή να φέρει τους ανθρώπους πιο κοντά – μα μοναχά για λίγο. Την επόμενη μέρα τα κεφάλια πάλι μέσα, όλοι στις δουλειές τους! Τα καλολαδωμένα γρανάζια του συστήματος αρχίζουν πάλι το μονότονο μουρμουρητό τους.

Την άλλη μέρα χιόνισε. Χιόνιζε πάνω απ' το σιωπηλό κόσμο... χιόνιζε στις καρδιές των μοναχικών ανθρώπων.

Τα παιδιά όμως θυμόντουσαν… Είχαν ζήσει τους χορούς, είχαν ακούσει το τραγούδι και τα μάτια τους έλαμπαν ακόμα. Η φαντασία τους ήταν ακόμα ζωηρή και φλόγες ξεπετούσε. Και κάποιες μέρες κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, και ενώ τα παιδιά έπαιζαν στο προαύλιο του σχολείου τους, ο ουρανός γέμιζε με κάτασπρες χήνες.

Οι ενήλικες κοιτούσαν με το στόμα ανοιχτό. Ο γερο-δάσκαλος όμως χαμογελούσε, ακούγοντας τα παιδιά ξανά να τραγουδούν χαρούμενα, έναν γνώριμο σκοπό…


Ρουμ, παπαρούμ, παπαρούμ, παπαρούνα,
τη στίβουμε και κάνουμε μαντζούνα
και ύστερα τη βάζουμε να βράζει
δεκαοχτώ μερόνυχτα σε σιγανή φωτιά



Για την "Αγέλαστη Πολιτεία" που κρύβει μέσα του, κάθε ένας από μας... Και για τους καλικάντζαρους που φωλιάζουν στα κρυφά, έτοιμοι να κάνουν ξανά τις σκανταλιές τους...








Γιατί ν’ ακούσετε τον δίσκο: Διότι γουστάρετε οι ίδιοι τις πτήσεις με τις χήνες – δε βλέπατε «Νιλς Χόλγκερσον» μικροί?


Γιατί να μη τον ακούσετε: Μάλλον επειδή περνάτε εκείνη τη φάση που τα «παραμύθια» φαντάζουν πολύ «παιδικά» για το «ενήλικο» σας γούστο. Κοινώς, έχετε χαζέψει, όπως τόσος κόσμος εξάλλου. Να ξέρατε πόση αλήθεια κρύβουν αυτά τα παραμύθια μέσα τους.

Πιθανό επίσης να έχετε ταυτίσει τους Κατσιμιχαίους με εκείνο το στυλ του «έντεχνου» που προσελκύει τα κοριτσάκια στις συναυλίες και ανάβουν όλοι μαζί τους αναπτήρες. Ο Χάρης και ο Πάνος όμως έδωσαν συνολικά μουσική και στίχους που πολλής κόσμος θα ζήλευε, εμποτισμένη από ιδιαίτερα νοήματα και χιούμορ, φανερώνοντας, εκτός των άλλων, μουσική δεινότητα και υψηλό δείκτη ευφυίας, και καθρεφτίζοντας σε σημαντικό βαθμό την εποχή τους. Αν δεν ασχοληθείτε με τη μουσική τους, εσείς χάνετε.


Ο δίσκος σε μια πρόταση: Ιπτάμενες αγελάδες και ανθόσπαρτες πασχαλιές στην καρδιά του χειμώνα.


Top-moments: Ε, προφανώς όλος ο δίσκος. Μόνο του μειονέκτημα πως είναι αρκετά μικρός σε διάρκεια.



Tracklist (κλικ στον τίτλο για να μεταβείτε στο αντίστοιχο τραγούδι)







Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...